Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Τὸ ἀηδόνι ( Κώστας Βάρναλης)


Μάννα, ζεστὴ ἀγουροξυπνᾷς μέσα σὲ χίλια ἀρώματα,
φῶτα πολλὰ καὶ χρώματα
καὶ μοναχὰ ἀπ᾿ τὸ γγίμα
τ᾿ ἀγέρα δένουν μέσα σου κόσμοι καὶ κόσμοι χύμα!

Ἐρωτοφύσημα κι᾿ ἐγὼ τὸ λαμπερό σου φλούδι
τὸ σπάω μὲ τὸ τραγούδι,
ποὺ τὴν ἁπλὴ χαρά μου
ὑψώνει στὰ μεσούρανα πλέον ἄξια ἀπ᾿ τὰ φτερά μου.

Μες᾿ στ᾿ ἄνθη τῆς ροδακινιᾶς, στῆς λεύκας τὴν κορφή,
ὅπου ἤσκιωμα βαθὺ
κι᾿ ὅπου κρύες βρυσοῦλες
πάω τῆς καρδιᾶς μου καὶ μετράω λαχτάρες καὶ τρεμοῦλες.

Μ᾿ ἀστροφεγγιὲς ὁλόβαθες, τριανταφυλλιὰ χαράματα,
μὲ φεγγαρομαλάματα
κι᾿ ὅταν σιγὰ κι᾿ ἀγάλι
βρέχει οὐρανὸς σὲ μιὰ μεριὰ κι᾿ ἠλιοφωτάει στὴν ἄλλη,

τοῦ λαρυγγιοῦ δονῶ ἀψηλά τη φουσκωμένη φλέβα
κι᾿ ἀνέβα ὁ ἀχὸς ἀνέβα
ὅλο καὶ πιὸ μεστώνει
καὶ τὸν ἀγέρα, ξέχειλον ἀπὸ ἡδονές, ματώνει.

Κι᾿ ὅταν σωπάσῃ μου ἡ καρδιὰ καὶ τὸ λαρύγγι σπάσῃ,
στὴ μαγεμένη πλάση
καὶ στὴν καρδιά, ποὺ νιώθει,
καιρὸ βαστᾷ ὁ ἀντίλαλος, καιρὸ πονᾶνε οἱ πόθοι.

Ὤ! δὲ θαμπώνει τὴ λαλιά μου θανάτου φοβέρα :
γῆς καὶ νεροῦ κι᾿ ἀγέρα
δὲν ξέρουνε τὰ γένη,
πὼς ὅ,τι ζεῖ καὶ χαίρεται, σύντομ᾿ ἀργὰ πεθαίνει.

Ὁ χορτασμένος ἔρωτας, τῆς ζωῆς οἱ γλυκάδες,
τῆς πλάσης οἱ ὀμορφάδες
ἔτσι βαθιά με ὁρίζουν,
ποὺ τῆς καρδιᾶς τὸ ξέσπασμα λυγμό μου τὸ γυρίζουν!


Κώστας Βάρναλης

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ρωμύλος και Ρέμος




Η λύκαινα που ταΐζει τα δύο αδέλφια
Ο Ρωμύλος (λατ. Romulus) και ο Ρέμος (λατ. Remus), ή Ρώμος σύμφωνα με τον Στράβωνα στα Γεωγραφικά, ήταν δίδυμα αδέλφια και ήρωες και θεότητες της ρωμαϊκής μυθολογίας. Αναφέρονται ως οι ιδρυτές και πρώτοι βασιλιάδες της Ρώμης. Γυναίκα του Ρωμύλου ήταν η Ερσιλία.
Γεννήθηκαν το 771 π.Χ. πατέρας τους ήταν ο Άρης μητέρα του η εστιάς Ρέα ή Ρέα Συλβία ή Ιλία, κόρη του βασιλιά της Άλβας Λόνγκας, Νουμίτορα. Η Ρέα υποχρεώθηκε να γίνει εστιάδα από τον θείο της, τον Αμούλιο, που σφετερίστηκε το θρόνο της Άλβας και ήθελε να μην μείνει κανένας απόγονος του Νουμίτορα. Αλλά κάποια νύχτα ο Άρης την άφησε έγκυο.
Όταν μαθεύτηκε ότι η Ρέα Συλβία ήταν έγκυος, ο Αμούλιος την έριξε στον Τίβερη επειδή η πράξη της ήταν ανοσιούργημα. Τα δίδυμα μωρά τα παρέδωσε σε κάποιον υπηρέτη του με τη διαταγή να τα σκοτώσει. Αυτός τα λυπήθηκε, τα έβαλε σε μια σκάφη και τα άφησε στο ποτάμι που είχε πλημμυρίσει, αλλά τα προστάτευσε ο Τιβερίνος, η θεότητα του ποταμού. Όταν τα νερά αποσύρθηκαν από τη στεριά, η σκάφη επικάθισε στη ρίζα μιας συκιάς, που ονομάστηκε Ρωμινάλιος ερινεός. Εκεί τα πήραν υπό την προστασία τους τα ιερά ζώα του θεού Άρη, η λύκαινα Λούπα (Lupa) κι ένας δρυοκολάπτης. Η λύκαινα τα θήλαζε σε μια σπηλιά, που ονομάστηκε Λύκαιον, ενώ ο δρυοκολάπτης τους πήγαινε τροφή. Εκεί τα βρήκε ο βοσκός Φαυστύλος και τα πήρε στην καλύβα του όπου τα μεγάλωσαν μαζί με τη γυναίκα του, Άκκα Λαρεντία.


Ο Φαυστήλος με τους Ρωμύλο και Ρέμο

Ρωμύλος και Ρέμος σε ένα Ιταλικό γραμματόσημο των Επτανήσων
Τα δύο παιδιά μεγάλωσαν σαν βοσκοί στην καλύβα του Φαυστύλου, την οποία αργότερα ταύτισαν με τη σκηνή του Ρωμύλου, που θεωρείται κοιτίδα του βασιλείου της Ρώμης. Έγιναν γενναίοι και πολεμοχαρείς νέοι, έπαιρναν δε μέρος στους μεταξύ των βοσκών καυγάδες παίζοντας ρόλο συμβιβαστικό. Γνώρισαν έτσι τους βοσκούς του έκπτωτου παππού τους Νουμίτορα κι έμαθαν τι είχε συμβεί με τον Αμούλιο. Τον οποίο και εκθρόνισαν, επαναφέροντας στο θρόνο της Άλβας Λόνγκας τον Νουμίτορα.
Ο Νουμίτωρ τους παραχώρησε το μέρος όπου τους βρήκε ο Φαυστύλος και τους μεγάλωσε, για να χτίσουν εκεί μια πόλη. Τα δύο αδέλφια διαφώνησαν για το πού ακριβώς έπρεπε να χτιστεί η πόλη. Επικαλέστηκαν τότε τους οιωνούς, ο μεν Ρωμύλος πάνω στον Παλατίνο Λόφο, ο δε Ρέμος στον Ρεμώριο, που είναι η βορειοδυτική άκρη του Αβεντίνου Λόφου. Στον Ρωμύλο παρουσιάστηκαν 12 γύπες ενώ στον Ρώμο 6. Η Ρώμη λοιπόν θεμελιώθηκε πάνω στον Παλατίνο Λόφο. Όταν χτιζόταν η πόλη, το 754 π.Χ., μάλωσαν και πάλι τα δύο αδέλφια και ο Ρωμύλος σκότωσε τον Ρέμο κι έμεινε μοναδικός βασιλιάς. Αυτό συνέβη στις 21 Απριλίου του 753 π.Χ.
Για να εξασφαλίσει συζύγους στους κατοίκους της νέας πόλης, οργάνωσε μια θρησκευτική γιορτή όπου προσκάλεσε τους κατοίκους των γειτονικών πόλεων των Σαβίνων. Οι Ρωμαίοι άρπαξαν τις γυναίκες τους και το αποτέλεσμα ήταν να γίνει πόλεμος με τους Σαβίνους, των οποίων οι γυναίκες μπήκαν στη μέση και χώρισαν τους αντιμαχόμενους. Κατόπιν πολέμησε εναντίον των Φιδήνων και των Ουηίων και τους υπέταξε. Αφού βασίλεψε 38 χρόνια, σε ηλικία 54 χρονών ενώ βρισκόταν στο Πεδίο του Άρεως επιθεωρόντας τον στρατό του, μέσα σε θύελλα, τον άρπαξε στον ουρανό ο πατέρας του, ο Άρης. Ήταν 5 Ιουλίου του 717 π.Χ. Άλλη παράδοση λέει ότι, μέσα στη θύελλα που μαινόταν, τον σκότωσαν οι συγκλητικοί για λόγους αντιζηλίας και, για να καλύψουν το φόνο, έφτιαξαν την ιστορία της αρπαγής. Μετά την εξαφάνισή του, λατρεύτηκε ως πολεμική θεότητα με το όνομα Κυρίνος (Quirinus).
Ο Ρωμινάλιος ερινεός, κατά την παράδοση, μεταφέρθηκε από τον οιωνοσκόπο Άττο Νάβιο, όταν ήταν βασιλιάς ο Ταρκύνιος ο πρεσβύτερος, στην εκκλησία της Ρωμαϊκής Αγοράς και τον ταύτιζαν με την περίφημη συκιά Ficus Navia. Ο Ταρκύνιος, αφού νίκησε σε μάχη τους Σαβίνους, αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του ιππικού που είχε ορίσει ο Ρωμύλος και να προσθέσει καινούργιες μονάδες με το δικό του όνομα. Αλλά ο Άττος Νάβιος του είπε ότι, για να γίνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε πρώτα να πάρουν την έγκριση των θεών. Ο Ταρκύνιος ειρωνικά τον προκάλεσε «Αν μπορείς, μάντεψε αν αυτό που τώρα σκέπτομαι, είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί». Ο Άττος μελέτησε τους οιωνούς και απάντησε ότι μπορεί να γίνει. Τότε ο Ταρκύνιος του είπε: «Η σκέψη μου είναι να κόψεις την πέτρα όπου γίνεται η οιωνοσκοπία με το ξυράφι». Άμ’ έπος, άμ’ έργον, ο Άττος το έκανε. Εκεί ακριβώς στήσανε άγαλμα του Άττου κι έβαλαν και την πέτρα απ’ όπου φύτρωσε η συκιά.
Το Λύκαιο υπήρχε στην κλασική εποχή, ενώ η σκηνή του Ρωμύλου υπήρχε ως βωμός στο Καπιτώλιο μέχρι την εποχή του Αυγούστου. Η οιωνοσκοπική ράβδος του φυλασσόταν ως ιερότατο κειμήλιο από την κουρία των Σαλίων. Επίσης, η παράδοση λέει ότι ο Ρωμύλος διαίρεσε τους Ρωμαίους σε τρεις φυλές, τους Ραμνήνσιους, τους Τιτιήνσιους και τους Λούκερες, ίδρυσε τη Σύγκλητο και την Κουριάτιδα Εκκλησία, οργάνωσε την πελατεία και την οργάνωση του στρατού σε λεγεώνες και εισήγαγε τους πρώτους νόμους της Ρώμης, καθιέρωσε την οιωνοσκοπία και τη λατρεία του Διός Στάτορος και Φερετρίου.
Η γιορτή των Λεμουρίων γινόταν σε ανάμνηση του εξιλασμού του Ρωμύλου επειδή σκότωσε τον αδελφό του. Ο Ρώμος και ο Ρωμύλος λατρεύονταν σαν εφέστιοι θεοί μέχρι που εισήχθη η λατρεία των 12 Λαρήτων, γιων της Άκκας Λαρεντίας. Είναι πιθανό ότι το πρόσωπο του Ρέμου προστέθηκε στον μύθο αργότερα, πιθανώς κατά την περίοδο 367-296 π.Χ. όταν έγιναν πολιτικές μεταρρυθμίσεις στη Ρώμη και οι πληβείοι έγιναν πλέον εταίροι των πατρικίων στην εξουσία.
Ο Ρέμος, (στη λατινική το όνομα έχει την έννοια της βραδύτητας) εμφανίζεται την περίοδο αυτή, συμβολίζοντας την αργοπορημένη συμμετοχή των πληβείων στην άσκηση της εξουσίας.

Bιβλιογραφία

  • Rome et la Méditerranée occidentale jusqu´aux guerres puniques. Presses Universitaires de France, Paris, 1971, Pág. 284
  • Hans Beck, Uwe Walter: Die frühen römischen Historiker. Band I: Von Fabius Pictor bis Cn. Gellius. (Originaltexte, Übersetzung, Kommentar). Reihe: Texte zur Forschung. Darmstadt 2001. ISBN 3-534-14757-X.
  • Andreas Bendlin: Romulus. In: Der Neue Pauly. Enzyklopädie der Antike. Band 10, Sp. 1130-1133. Metzler, Suttgart/Weimar 2001. ISBN 3-476-01470-3.
  • David Engels: Postea dictus est inter deos receptus. Wetterzauber und Königsmord: Zu den Hintergründen der Vergöttlichung frührömischer Könige, in: Gymnasium 114 (2007) S.103-130.
  • Jürgen von Ungern-Sternberg: Romulus – Versuche, mit einem Stadtgründer Staat zu machen. In: Karl-Joachim Hölkeskamp, Elke Stein-Hölkeskamp (Hrsg.): Von Romulus zu Augustus. Große Gestalten der römischen Republik. Beck, München 2000. S. 37-47. ISBN 3-406-46697-4.
  • Helga Wäß: Der Raub der Sabinerinnen der Familie Gradenigo. Neueste Forschungen zum Frühwerk Tintorettos. Eine Hommage an die Gründerväter Venedigs in einem unbekannten venezianischen Gemälde der Zeit nach 1539. Verlag Schnell & Steiner, Passau 2000 (mit englischsprachiger Zusammenfassung), ISBN 3-7954-1338-9.
Πηγή: BIKIΠΑΙΔΕΙΑ

λεπτομέρεια ρωμαϊκού βωμού ΄Αρεως και Αφροδίτης
Nicolas Mignard (1606–1668), Ο βοσκός Φαυστύλος, φέρνει τα δύο βρέφη στην γυναίκα του
Pietro da Cortona (1596–1669)
piazza del Campdoglio square, Rome, Italy. Picture by Giovanni Dall'Orto, April 7 2008.
Hochschloss Kronegg
Andrea Lucatelli (credited) (1695 - 1741) (Italian) (Painter,

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Η ΧΕΛΩΝΑ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ







Σύμβολο σταθερότητας, σοφίας και μακροβιότητας, η χελώνα μάς δίνει το παράδειγμα της βραδύτητας και της επιμονής. Κουβαλά στους ώμους της τον κόσμο ολόκληρο, αθόρυβα και αποτελεσματικά, και με το καβούκι της ενώνει μεταφορικά γη και ουρανό, υφαίνοντας αμέτρητους μύθους σε όλους τους πολιτισμούς του κόσμου. Ας δούμε τι έχει να μας μάθει.

Στα παιδικά μας χρόνια μαθαίναμε το μύθο του λαγού και της χελώνας. Τα δυο ζώα ξεκινούν έναν παράλογο εκ πρώτης όψεως αγώνα δρόμου. Σίγουρος για τον εαυτό του ο λαγός, αφού τρέχει για λίγο, ξαπλώνει και αποκοιμιέται. Έτσι η χελώνα, που επιμένει να παλεύει, τον προσπερνά αθόρυβα και τερματίζει πρώτη. Με ένα βαρύ φορτίο από την πρώτη στιγμή της ζωής της, το άχαρο καβούκι-καταφύγιο, αργή και αδέξια, η χελώνα δεν μοιάζει να έχει ευνοηθεί από τη φύση. Παρ’ όλα αυτά είναι υπομονετική, σταθερή, πεισματάρα. Και σοφή. Χαρακτηριστικό που όλοι οι πολιτισμοί έχουν εκτιμήσει.

Η χελώνα πρωταγωνιστεί στις μυθολογίες όλων των λαών. Στην Άπω Ανατολή συμβολίζει την ένωση του ουρανού και της γης. Πραγματικά, το επάνω μέρος του καβουκιού της καμπυλώνει και καλύπτει προστατευτικά το κάτω, που είναι επίπεδο και τετραγωνισμένο. Και καθώς βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση συμβολίζει τη γη και τον ουρανό που αλλάζουν στο πέρασμα των εποχών. Σύμφωνα με την ινδική μυθολογία, η χελώνα Τσούκουα στηρίζει τον ελέφαντα Μαχαπούντμα, στην πλάτη του οποίου ακουμπά όλος ο κόσμος. Σ’ αυτόν το μύθο έχει βασίσει και ο Τέρι Πράτσετ το Δισκόκοσμο, στη γνωστή σειρά βιβλίων φαντασίας, μόνο που εδώ ο επίπεδος κόσμος στηρίζεται σε τέσσερις ελέφαντες, κι αυτοί στην πλάτη της τεράστιας χελώνας που κολυμπά αργά στο κενό του σύμπαντος. Για να καταλάβετε πόσο εδραιωμένη είναι αυτή η δοξασία στη συνείδηση των Ινδών, αξίζει να αναφέρουμε το εξής: Κάποτε, λέει μια αφήγηση που αναφέρει και ο μεγαλοφυής φυσικός Στίβεν Χόκινγκ στο βιβλίο «Το Χρονικό του Χρόνου», ένας επιστήμονας -πιθανόν ο Μπέρναρντ Ράσελ- έδωσε μια διάλεξη στην Ινδία με θέμα την κίνηση της Γης και των υπόλοιπων πλανητών γύρω από τον ήλιο διανθισμένο με διάφορες αστρονομικές λεπτομέρειες. Όταν τελείωσε, μια ηλικιωμένη Ινδή από το ακροατήριο ζήτησε το λόγο και είπε ευθαρσώς πως όλα αυτά είναι ανοησίες και ότι όλοι γνωρίζουν πως ο κόσμος στηρίζεται στη γιγάντια χελώνα. Ο επιστήμονας τη ρώτησε πού πατάει η χελώνα κι εκείνη απάντησε: Μα, σε άλλες χελώνες τη μια πάνω στην άλλη, αμέτρητες!

Αθανασία και δημιουργία
Έχοντας μια αξιοζήλευτη αντοχή στο χρόνο η χελώνα κατέληξε να συμβολίζει τη μακροβιότητα. Πολλοί πιστεύουν ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 100 χρόνια, μια ηλικία που πολλές χελώνες δεν έφτασαν, καθώς το καβούκι τους χρησίμευε στη μαντική. Έχουν βρεθεί καμένα καύκαλα, χιλιάδων χρόνων, με ερωτήσεις γραμμένες επάνω τους. Ακριβώς έτσι γινόταν η μαντεία. Ο ενδιαφερόμενος έγραφε στο καβούκι την ερώτησή του, μετά αυτό καιγόταν και ο σαμάνος ερμήνευε τα σημάδια.


Οι χελώνες είναι επίσης σύμβολο αθανασίας και θεωρούνται προσωρινές κατοικίες ψυχών στις διαδοχικές τους μετενσαρκώσεις προς τη νιρβάνα. Στον ινδουισμό τις θεωρούν δεύτερη ενσάρκωση του μεγάλου θεού Βίσνου. Κάθε τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια γίνεται μια τεράστια πλημμύρα που διαλύει τη Γη. Τότε ο Βίσνου παίρνει τη μορφή χελώνας, που κουβαλά στην πλάτη της ένα τεράστιο δοχείο. Μέσα σ’ αυτό οι θεοί και οι δαίμονες θα ανακατέψουν τα απαραίτητα συστατικά για να ξαναδημιουργηθεί ο κόσμος. Ύστερα από χίλια χρόνια, όταν θα έχει ξαναφτιαχτεί ο κόσμος, η χελώνα μένει εκεί. Πάνω στην πλάτη της στέκεται ο ελέφαντας που στηρίζει τη Γη.


Σύμφωνα με τους μύθους των Ινδιάνων, η χελώνα κολύμπησε στο βυθό του ωκεανού που απλωνόταν σε όλο τον κόσμο, κι αναδύθηκε φέρνοντας στο στόμα της τη λάσπη που χρησιμοποίησε ο δημιουργός για να φτιάξει τη Γη. Καθώς το ζώο αυτό ζει συχνά σε ακρογιαλιές, που θεωρούνται περάσματα στον κόσμο των ξωτικών, παίζει το ρόλο του φύλακα των πυλών και η παρουσία της δείχνει ότι κάπου εκεί κοντά βρίσκονται νεράιδες. Σ’ ένα γιαπωνέζικο παραμύθι, ο άντρας που έσωσε μια χελώνα από τα παιδιά που την πείραζαν οδηγήθηκε από εκείνη στο Βασιλιά του Ωκεανού, ο οποίος του έδωσε για σύζυγο την κόρη του.


Σε πολλές παραδόσεις οι χελώνες επιβάλλεται να προστατεύονται και ο θάνατός τους θεωρείται πρόξενος κακοτυχίας και συμφοράς. Σε διάφορους λαούς που τις κυνηγούν συνηθίζεται, όταν τις πιάνουν, να καθαγιάζεται η πράξη με ένα τελετουργικό. Στο βουδισμό, που είναι εναντίον της ζωοκτονίας, υπάρχει καθορισμένη τελετή για την απελευθέρωση των χελωνών.


Οι κύκλοι της ζωής
Ένας άλλος συμβολισμός της χελώνας τη συνδέει με το θηλυκό στοιχείο, την πρωταρχική Μητέρα και τη Γαία. Στη Νιγηρία συμβόλιζε τα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα και τη σεξουαλικότητα, ενώ στους Ινδιάνους συνδεόταν με τον κύκλο της Σελήνης, την εμμηνόρροια και τη δύναμη των θηλυκών ενεργειών. Ένας λόγος για τη σύνδεσή της με τη Σελήνη ήταν ότι σε πολλές χελώνες το καύκαλο χωρίζεται σε δεκατρία τμήματα, όσοι και οι σεληνιακοί μήνες. Οι χελώνες μάς θυμίζουν ότι ο δρόμος προς τον ουρανό είναι μέσω της Γης. Στη Μητέρα Γη υπάρχουν όλα όσα χρειαζόμαστε. Μας φροντίζει, μας προστατεύει, μας τρέφει όσο νοιαζόμαστε κι εμείς γι’ αυτήν. Αλλά, για να φτάσουμε στον ουρανό, θα πρέπει να επιβραδύνουμε τους ρυθμούς και να καλλιεργήσουμε την ευαισθησία μας. Πρέπει να δούμε τη σύνδεση όλων των πραγμάτων. Όπως η χελώνα δεν μπορεί να αποχωριστεί το καβούκι της, έτσι κι εμείς δεν μπορούμε να χωρίσουμε τον εαυτό μας από όσα κάνουμε στη Γη.


Η γέννηση του φενγκ σούι
Από τη χελώνα, σύμφωνα με το μύθο, γεννήθηκε το φενγκ σούι. Ο πρώτος αυτοκράτορας της Κίνας, ο Φου Χσι καθόταν στην όχθη του ποταμού Λο, όταν αναδύθηκε μια χελώνα που πάνω στο καύκαλό της -χωρισμένο σε εννιά τετράγωνα ανά τριάδες- ήταν σημειωμένα σημάδια που έδιναν άθροισμα 15 σε κάθε οριζόντια, κάθετη και διαγώνια σειρά. Σ’ αυτό το «μαγικό τετράγωνο» των εννέα αριθμών βασίστηκαν τα ταοϊστικά τελετουργικά και δύο από τις ισχυρότερες σχολές του φενγκ σούι, τα Οκτώ Μέγαρα και το Ιπτάμενο Άστρο. Έτσι λοιπόν η χελώνα είχε γραμμένα επάνω στα σχέδια του καβουκιού της όλα τα μυστικά του ουρανού και της Γης. Κι αυτό την έχει αναγάγει εκτός των άλλων σε ένα από τα συμβολικά ζώα-φύλακες των τεσσάρων κατευθύνσεων. Ο Πράσινος Δράκοντας προσέχει τα άστρα που εμφανίζονται στην ανατολή την άνοιξη. Τα άστρα που εμφανίζονται στη δυτική πλευρά του ορίζοντα βρίσκονται στην κυριαρχία του Λευκού Τίγρη, ενώ του νότου εποπτεύονται από τον Κόκκινο Φοίνικα. Η Μαύρη Χελώνα έχει στη δικαιοδοσία της τα βορινά άστρα. (ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΟΥΡΑΚΗ)

 
H Oυρανία Αφροδίτη ξεκουράζει το πόδι της πάνω σε μιά χελώνα

Ελληνική μυθολογία
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Χελώνη είναι γνωστή μία Ορεάδα Νύμφη από την Αρκαδία, ή απλώς μία νέα κοπέλα, που κάποτε, σύμφωνα με μύθο του Αισώπου, έκανε το λάθος να μην καταδεχθεί να παραστεί στους θεϊκούς γάμους του Δία και της `Ηρας. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Χελώνη πήγε στους γάμους, αλλά ήταν άτακτη και ασεβής. Για να την τιμωρήσουν για την περιφρόνησή της αυτή, οι θεοί την μεταμόρφωσαν στο ομώνυμο ζώο, τη χελώνα, καταδικάζοντάς την έτσι σε αιώνια σιωπή (η χελώνα συμβόλιζε τη σιγή στην αρχαία Ελλάδα). Από το κέλυφός της ο θεός Ερμής αργότερα θα κατασκεύαζε την πρώτη λύρα τεντώνοντας χορδές στην κοίλη πλευρά του.(ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

******************
 Μύθος της Βόρειας Αμερικής
Πολλά χρόνια πριν, όταν το μεγαλύτερο μέρος της Γης ήταν σκεπασμένο με νερό, το Μεγάλο Πνεύμα αποφάσισε να δημιουργήσει μια όμορφη χώρα με λίμνες και ποτάμια, την οποία οι θαλάσσιες χελώνες θα μετέφεραν στην πλάτη τους.

Οι θαλάσσιες χελώνες συνεργάστηκαν και το Μεγάλο Πνεύμα δημιούργησε την πλάση. Μια μέρα όμως οι χελώνες διαφώνησαν μεταξύ τους, οπότε κάποιες από αυτές άρχισαν να κολυμπούν ανατολικά, ενώ άλλες κολύμπησαν δυτικά. Τότε ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και η Γη άρχισε να σείεται.
Οι χελώνες δεν μπόρεσαν να κολυμπήσουν μακριά γιατί η Γη ήταν πολύ βαριά, έτσι σταμάτησαν να διαφωνούν και συμφιλιώθηκαν.
Παρ' όλα αυτά κάποιες φορές οι χελώνες, που κουβαλούν την Καλιφόρνια στην πλάτη τους, διαφωνούν και πάλι. Κάθε φορά που γίνεται αυτό η γη τρέμει και εκδηλώνεται σεισμός.(oasp.gr)

 ***************************
 
Η χελώνα ΒΙΧΙ στηρίζει την στήλη του αυτοκράτορα Kangxi κοντά στη Γέφυρα του Μάρκο Πόλο στο Πεκίνο

Η χελώνα στην Κίνα
 
Για τους Κινέζους, η χελώνα είναι ιερή και συμβολίζει τη μακροζωία, δύναμη και αντοχή. Λέγεται ότι η χελώνα βοήθησε   τon Πανγκού (επίσης γνωστή ως P'an Ku) στη δημιουργία του κόσμου: Η δημιουργός θεά Nuwa ή Nugua κόβει τα πόδια από μια θαλάσσια χελώνα και τα χρησιμοποιεί για να στηρίξουν τον ουρανό όταν ο Gong Gong κατέστρεψε το βουνό που  υποστήριζε τον ουρανό. Για τους Κινέζους, καθώς και τους Ινδούς, η χελώνα συμβολίζει το σύμπαν. Το ανώτερο θολωτό τμήμα της ράχης της αντιστοιχεί με τους αστερισμούς στον ουρανό, και  είναι Γιάνγκ(αρσενική ενέργεια). Το κάτω μέρος έχει πολλές γραμμές, οι οποίες σχετίζονται με τη γη και είναι το Γιν(θηλυκή ενέργεια) . 

   Η χελώνα είναι ένα από τα τέσσερα διάσημα ζώα που διέπουν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, με την μαύρη , προστάτη του βορρά, που συμβολίζει την αντοχή, τη δύναμη, και τη μακροζωία. Οι Κινέζοι πιστεύουν ότι οι χελώνες βγαίνουν την άνοιξη, όταν αλλάζουν τα κελύφη τους, και αδρανοποιούνται κατά τη διάρκεια του χειμώνα, κερδίζοντας έτσι  μεγάλη διάρκεια ζωής .
  Ο κινεζικός αυτοκρατορικός στρατός  είχε σημαίες με εικόνες από δράκους και χελώνες ως σύμβολα της απαράμιλλης δύναμης επειδή τα ζώα αυτά πολέμησαν μεταξύ τους, αλλά και οι δύο παρέμειναν ζωντανοί. Ο δράκος δεν μπορεί να σπάσει τη χελώνα και η τελευταία δεν μπορεί να φτάσει το δράκο.  Στην Κίνα, η χελώνα επίσης ονομάζεται  μαύρος πολεμιστής, στέκεται ως σύμβολο της δύναμης, αντοχής, και τη μακροζωίας, καθώς και εκείνη του βορρά και του χειμώνα. Μια χελώνα συχνά τίθεται στη βάση των ταφικών μνημείων. Ο μύθος υποστηρίζει ότι οι ξύλινες κολώνες του Ναού του Ουρανού στο Πεκίνο, κτίστηκαν στα κελύφη  ζώντων χελώνων δεδομένου ότι οι άνθρωποι πίστευαν ότι τα ζώα αυτά ήταν ικανά να ζουν για περισσότερο από 3000 χρόνια, χωρίς φαγητό ή νερό και είναι διακοσμημένο με μια μαγική δύναμη που εμποδίζει το ξύλο από την σήψη.
  Πιστεύεται επίσης ότι η χελώνα δεν θυμάται την ημέρα και το μήνα γέννησης της, ώστε το  να αποκαλέσεις κάποιον «χελώνα» στην Κίνα, να θεωρείται προσβλητικό.
Στο Θιβέτ, η χελώνα είναι ένα σύμβολο της δημιουργικότητας. 
Η χελώνα είναι το feng shui στοιχείο του νερού  με την τίγρη , Φοίνικα και δράκο να  αντιπροσωπεύουν τα άλλα τρία στοιχεία. Σύμφωνα με τις αρχές του feng shui το πίσω μέρος του σπιτιού αντιπροσωπεύεται από τη Μαύρη χελώνα, που σημαίνει υποστήριξη για το σπίτι, την οικογενειακή ζωή και τις προσωπικές σχέσεις. Μια χελώνα στην πίσω πόρτα ενός σπιτιού ή στην αυλή δίπλα σε μια λίμνη λέγεται ότι προσελκύει καλή τύχη και πολλές ευλογίες. Τρεις χελώνες που στοιβάζονται η μία πάνω από την άλλη αντιπροσωπεύουν μια μητέρα και τα μωρά της. Στον Ταοϊσμό , η χελώνα είναι ένα έμβλημα της τριάδας  γη- ανθρωπότητα-ουρανός. 
Η χελώνα είναι ένα σύμβολο της μακροζωίας, με μια πιθανή διάρκεια ζωής δέκα χιλιάδες χρόνια.  Λόγω της μακροζωίας της, ένα σύμβολο  χελώνας συχνά χρησιμοποιείται   σε τάφους. Ένα ανάχωμα τάφου θα μπορούσε να διαμορφωθεί σαν μια χελώνα, που ονομάζεται «σοβαρή χελώνα." Μιά  λαξευτή χελώνα, γνωστή ως Bixi χρησιμοποιήθηκε ως βάθρο  σε ταφικές επιγραφές υψηλόβαθμων υπαλλήλων κατά τη διάρκεια της δυναστείας Sui (581-618 μ.Χ.) και των Μινγκ περιόδους (CE 1368-1644). Τεράστιες χελώνες υποστήριξαν ταφικές επιγραφές των κινέζων αυτοκρατόρων .Τα καβούκια τους  χρησιμοποιήθηκαν για τη μαγεία και τις μελλοντικές προβλέψεις. Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες για την μακροβιότητα της χελώνας  και την ικανότητά της να  παίρνει και  άλλες μορφές.(wikipedia)

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ



Στίχοι:  
Κώστας Βάρναλης
Μουσική:  
Λουκάς Θάνου

Ερμηνεία:
Νίκος Ξυλούρης





Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!

Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!

Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.

Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!

Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),

Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!

Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!

Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.

Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:

«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».







 

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ





Ο καβαλάρης τ” άλογο το “χε μες στην καρδιά του.
Που να “βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του.

Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι,
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι.

Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο,
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ” τον ίσκιο.

Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω,
αστρίτης στραβογάμησε και δίνει δαγκωσιά του.

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες.

«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις;
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ” εύρω ή θα μ” εύρεις».

Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, σκυφτός την πόρτα ανοίγει,
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει.

Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ” αφήσαν.

Περνούσε κι ένας μάστορας που “μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια.

Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια,
την πήρε κι έφτιαξε μ” αυτή δοξάρια ένα κι ένα.

Δυο μήνες έκανε ο νιος ν” ανοίξει παραθύρι
την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο πανηγύρι.

Εκεί “ταν λαουτιέρηδες που θέλαν” παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια.

«Γεια και χαρά στου βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω.
Θέλω ν” ακούσω απ” τα καλά, μήπως και ξαλαφρώσω».

Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι,
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ” όργανο με καμάρι,
και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω,
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο.

Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει



Στίχοι-Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία : Γιάννης Χαρούλης

 

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΜΥΓΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟ ΑΠΟ ΛΟΥΚΙΑΝΟ



Η μύγα δεν είναι το μικρότερο των πτηνών, άν την συγκρίνωμε προς τα διάφορα είδη των κουνουπιών και άλλα ακόμη μικρότερα έντομα πτερωτά, αλλά είναι τόσο μεγαλύτερη από αυτά, όσο αυτή είναι από την μέλισσα μικρότερη.Το δε φτέρωμά της διαφέρει από το φτέρωμα των άλλων από τα οποία άλλα μεν έχουν φτερά και πτίλα σε όλο το σώμα, άλλα δε πτέρυγες με μακριά φτερά. Η μύγα είναι υμενόπτερη, όπως οι ακρίδες, τα τζιτζίκια και οι μέλισσες, αλλά τα φτερά της είναι τόσο απαλότερα όσο και μαλακότερα από τα Ελληνικά και Ινδικά υφάσματα. Είναι δε πλουμιστή, όπως τα παγώνια, άν παρατηροήσουμε προσεκτικά, όταν πετά στον ήλιο. Δεν πετά, όπως οι νυχτερίδες , με συνεχή κίνηση των πτερύγων, ούτε όπως οι ακρίδες με πηδήματα, ούτε όπως οι σφίγγες με βόμβο, αλλά η πτήσις της είναι εύστροφη και ομαλή, είτε αντίθετα, είτε προς την διεύθυνση του ανέμου πετά. Εκτός αυτού δεν πετά σιωπηλή αλλά άδουσα. το δε άσμα της δεν είναι δυσάρεστο όπως των κουνουπιών, ούτε θορυβώδες όπως των μελισσών  ή όπως των σφηκών ο φοβερός και απειλητικός βόμβος, αλλά είνται τόσο λιγυρότερο όσο γλυκύτεροι από την σάλπιγγα και τα κύμβαλα είναι οι αυλοί.

Ερχόμαστε στην περιγραφή του υπόλοιπου  σώματός της. Η κεφαλή της συνδέεται λεπτότατα με τον αυχένα και εύκολα περιστρέφεται. δεν είναι κολλημένη στον κορμό και αλύγιστη όπως των ακρίδων. Οι δε οφθαλμοί της προέχουν πολύ μοιάζοντας με κέρατα. Το στήθος της είναι στερεό και τα πόδια της δεν είναι όπως των σφηκών πολύ σφιγμένα και δυσκίνητα. Η  δε κοιλιά της , είναι , όπως και το στήθος προφυλαγμένη και φαίνεται να φορά θώρακα, με τις ζώνες και τις φολίδες, τις οποίες παρουσιάζει. Δεν έχει κεντρί στην ουρά, όπως η σφήκα και η μέλισσα, αλλ΄αμύνεται κατά των εχθρών της με το στόμα και την προβοσκίδα, την οποία έχει όμοια με τους ελέφανες και με την οποία βόσκει και συλλαμβάνει και προσκολλάται. Επιπλέον είναι λίαν επιτήδεια η προβοσκίδα, έχοντας κατά το άκρο το σχήμα κοτυληδόνος. Απ΄αυτήν φυτρώνει δόντι με το οποίο κεντά και πίνει αίμα. Γιατί πίνει μεν και γάλα, αλλ΄αγαπά και το αίμα, το οποίο αφαιρεί χωρίς να προξενεί μεγάλο πόνο.

' Εχει έξι πόδια , αλλά βαδίζει μόνο με τα τέσσερα, τα δε δύο μπροστινά μεταχειρίζεται σαν χέρια. Και μπορείτε να την δείτε ενώ βαδίζει με τα τέσσερα, να κρατά ψηλά με τα χέρια της κάτι φαγώσιμο , εντελώς σαν άνθρωπος.

Δεν γεννάται όπως την βλέπουμε, αλλά σκουλίκι κατ΄αρχάς από τα πτώματα ανθρώπων ή ζώων. έπειτα από λίγο φυτρώνουν πόδια και αποκτά φτερά και από ερπετό γίνεται πτηνό, το οποίο γεννά σκώληκα μικρό, ο οποίος πάλι κατόπιν γίνεται μύγα. Συμβιώνοντας με τους ανθρώπους, σαν συγκάτοικος και ομοτράπεζος, τρώει τα πάντα εκτός από λάδι, γιατί το λάδι την θανατώνει. Επειδή είναι βραχύβια ( γιατί πολύ μικρή είναι η διάρκεια της ζωής της) αγαπά το φως και της αρέσει να ζει σε μέρη φωτεινά. την δε νύχτα ησυχάζει και ούτε πετά, ούτε τραγουδά, αλλά μαζεύεται σε μιά άκρη και μένει ακίνητη.

Για να επαινέσω την νοημοσύνη της δεν έχω παρά ν΄αναφέρω πως διαφεύγει τις επιβουλές του δόλιου εχθρού της , της αράχνης. Ενώ η αράχνη ενεδρεύει, παρακολουθεί με προσοχή τις κινήσεις της και την προσβλέπει ατενώς. όταν δε ορμά  εναντίον της το θηρίο , διαφεύγει εγκαίρως και επιτηδείως απ΄τον εχθρό και τις πλεκτάνες του. Την δε ανδρεία και τη δύναμή της δεν είναι ανάγκη να εξάρωμε εμείς, αφού ο μεγαλοφωνότατος των ποιητών, ο ΄Ομηρος, θέλοντας να επαινέσει τον άριστο από τους ήρωες , δεν παραβάλλει την ανδρεία του με αυτή του λέοντος, της παρδάλεως ή του κάπρου, αλλά με την τόλμη της μύγας και την απτόητη και ακούραστη επιμονή της. Δεν της αποδίδει δε θράσος, αλλά θάρρος. διότι και διωκόμενη, λέει, δεν δειλιάζει και δεν σταματά, αλλά επανέρχεται και δαγκάνει. Τόσο πολύ θαυμάζει και επαινεί την μύγα, ώστε πολλές φορές και όχι σύντομα την αναφέρει. έτσι δε φαίνεται ότι την θεωρεί σαν κόσμημα της ποίησής του. ΄Αλλοτε μεν παριστάνει σμήνη μυγών ιπτάμενα γύρα από αγγεία, τα οποία περιέχουν γάλα. άλλοτε δε όταν η Αθηνά απομακρύνει το βέλος, το οποίο διηυθύνετο κατά του Μενελάου και θα τον πληγωνε θανάσιμα, ο δε ποιητής την παρομοιάζει με μητέρα που αγρυπνά πάνω απ΄το κοιμώμενο βρέφος της,  βάζει δε πάλι την μύγα στην παραβολή. Αλλά και με επίθετο από τα ωραιότερα τις κόσμησε, αποκαλώντας τες "αδινάς= πολυπληθείς) , τα δέ σμήνη τους "έθνη".

Τόσο δε δυνατή είναι, ώστε όταν δαγκώνει διατρυπά όχι μόνο ανθρώπου δέρμα αλλά και βοδιού και αλόγου και αυτόν τον ελέφαντα ενοχλεί, εισχωρώντας στις ρυτίδες του και την προβοσκίδα της βυθίζει ανάλογα του μεγέθους του ζώου. Στους έρωτες και τους γάμους τους έχουν πολλή ελευθερία οι μύγες. Ο αρσενικός δεν είναι γρήγορος όπως ο πετεινός στην ερωτική συνάντηση, αλλά ο εναγκαλισμός του με την θηλυκιά διαρκεί πολύ στον αέρα. και εξακολουθούν να πετούν, χωρίς η πτήση να διαταράσσει την ερωτική περίπτυξη.

Και άν αποκοπεί η κεφαλή της μύγας, το υπόλοιπο σώμα της εξακολουθεί να ζει και ν΄αναπνέει για πολύ χρόνο.

Αλλά το πιό θαυμαστό στη φύση της είναι εκείνο που θ΄αναφέρω. Μου φαίνεται ότι ο Πλάτωνας αυτό μόνο παρέλειψε σε όσα έγραψε περί ψυχής και αθανασίας. Γιατί όταν η μύγα πεθάνει, άν σκεπασθεί με στάχτη αναζεί και αρχίζει νέα ζωή, ούτως ώστε το παράδειγμά της να πείθει τους ανθρώπους ότι και αυτών η ψυχή είναι αθάνατη , αφού και όταν φύγει επανέρχεται, επανευρίσκει το σώμα και το ανασταίνει και κάνει την μύγα να πετά εκ νέου και επιβεβαιώνει τον περί του Ερμοτίμου του Κλαζομενίου μύθο. Είναι γνωστό αυτό που λέγεται σχετικά. ότι πολλές φορές η ψυχή του έφευγε , έπειτα δε επανερχόμενη έμπαινε στο σώμα και επανέφερε στη ζωή τον Ερμότιμο.

Χωρίς να εργάζεται και να κοπιάζει , η μύγα απολαμβάνει τους κόπους των άλλων και παντού έχει έτοιμο και πλούσιο τραπέζι. και κατσίκες γι΄αυτήν αρμέγονται και η μέλισσα κοπιάζει τόσο για την μύγα όσο και για τους ανθρώπους και οι μάγειροι της ετοιμάζουν  νόστιμα εδέσματα, κάθεται στα τραπέζια των βασιλέων και πριν απ΄αυτούς δοκιμάζει τα φαγητά. περπατώντας δε μεταξύ των πιάτων, συντρώγει και συναπολαμβάνει τα πάντα.

Κατοικία ορισμένη, φωλιά δεν έχει, αλλά ζει περιπλανώμενο βίο , όπως οι Σκύθες , , όπου νυχτωθεί εκεί και κατοικία και κρεβάτι βρίσκει. Στο σκοτάδι , όπως είπα, ησυχάζει. Δεν καταδέχεται να κάνει τίποτε κρυφό, ούτε νομίζει πρέπον να κάνει κάτι κρυφό, για το οποίο θα ντρεπόταν άν το έκανε στο φως.

Κατά την μυθολογία, υπήρξε πάλαι ποτέ και γυναίκα -Μυία ονομαζόμενη-, πολύ όμορφη , αλλά φλύαρη με λόγια και άσματα, η  οποία έγινε αντίζηλος της Σελήνης στον έρωτά της με τον Ενδυμίωνα. Επειδή συχνά σήκωνε από τον ύπνο τον νεανίσκο, με την αισθηματική της φλυαρία και τα ερωτικά της άσματα, ο μεν Ενδυμίων αγανάκτησε, η δε Σελήνη θύμωσε και την μεταμόρφωσε σε μύγα. Και γι΄αυτό ενθυμούμενη τον Ενδυμίωνα, ενοχλεί τώρα των ύπνο όλων των κοιμωμένων, κυρίως δε των νέων και τρυφερών. Και το δάγκωμά της και η επιθυμία του αίματος δεν σημαίνει αγριότητα, αλλά έρωτα και αγάπη προς τους ανθρώπους. όπως μπορεί απολαμβάνει και κάτι δρέπει απ΄την άνθηση του κάλλους.

Υπήρξε , κατά τις διηγήσεις των παλιών και ποιήτρια πολύ ωραία και σοφή. Μυία επίσης ονομαζόταν και μιά διάσημη εταίρα των Αθηνών, για την οποία ο κωμικός ποιητής είπε:

Η Μυία δ΄έδακνεν αυτόν άχρι της καρδίας.

Βλέπετε ότι ούτε η κωμική μούσα περιφρόνησε ούτε απέκλεισε από τη σκηνή το όνομα της μύγας , ούτε οι γονείς εντρέποντο να ονομάζουν Μυίας τις θυγατέρες τους. Αλλά και η τραγωδία με μεγάλο έπαινο αναφέρει την μύγα στα εξής :

Δεινόν γε την μυίαν αλκίμω σθένει
πηδάν επ΄ανδρών σώμαθ΄, ως πλησθή φόνου,
άνδρας δ΄οπλίτας, πολέμιον ταρβείν δόρυ

( Είναι ντροπή να βλέπουμε με ποιά τόλμη απτόητη οι μύγες επιπίπτουν κατά των ανθρώπων και πίνουν αίμα, άνδρες δε στρατιώτες να φοβούνται το πολέμιο δόρυ).

Πολλά θα είχα να πω και για τη Μυία, την κόρη του Πυθαγόρα, αλλά η ιστορία της είναι σε όλους γνωστή.

Υπάρχει δε και είδος μυγών , πολύ μεγαλόσωμων , τις οποίες ο λαός ονομάζει στρατιωτικές,   άλλοι δε σκυλόμυγες. Οι μύγες αυτές έχουν τον βόμβο πολύ τραχύ και η πτήση τους είναι πολύ ταχεία. Είναι δε μακροβιότερες και όλο το χειμώνα τον περνούν χωρίς τροφή, κρυμμένες στα κοιλώματα των οροφών. Οι μύγες αυτού του είδους παρουσιάζουν αυτό το αξιοθαύματοστο.ότι σ΄αυτές το αρσενικό και θηλυκό συνυπάρχει  σε κάθε μία. και είναι όπως ο γιός του Ερμή και της Αφροδίτης, ο οποίος έχει μικτή φύση και διττό το κάλλος.

΄Εχω και άλλα πολλά να πω, αλλά παύω εδώ, για να μην φανεί πως προσπαθώ, κατά την παροιμία να κάνω την μύγα, ελέφαντα.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ Ι΄
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
( Στην ανάρτηση  έχουν γίνει μικρές επεμβάσεις στην νεοελληνική απόδοση που παρατίθεται στο βιβλίο, ώστε ν΄αποδοθεί στην Δημοτική)

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Βοήθεια , κλέφτες!



Ζώα κλέφτες! Το έχουμε δει πολλές φορές το πονηρό σπουργιτάκι που κλέβει κυριολεκτικά απ΄το στόμα μιάς δεκαοχτούρας  ένα ψίχουλο. Μιά γάτα  να βουτάει ένα μπαρμπούνι απ΄το τραπέζι της κουζίνας και να εξαφανίζεται. Τον λαίμαργο σκύλο μας ν΄  αρπάζει το μπριζολάκι και να το κατεβάζει αμάσητο. ΄Ομως  δεν είχα συναντήσει την περίπτωση ενός γλάρου που έχει ειδική προτίμηση στο να κλέβει μόνο Doritos από το ράφι ενός καταστήματος. Δείτε το βίντεο


' Οπως επίσης δεν είχα ξαναδεί γάτα διαρρήκτη με προτίμηση στα είδη ενδύσεως. Η γάτα αυτή έχει αναστατώσει μιά ολόκληρη γειτονιά..Μόλις πέφτει η νύχτα εξορμά και επιστρέφει στο σπίτι της με λάφυρα την μπουγάδα του γείτονα, τα παιχνίδια των παιδιών τους , τα παπούτσια τους, ο,τι δήποτε βρεθεί εκτεθειμένο.


Υπάρχουν όμως και πραγματικές συμμορίες όπως αυτή εδώ , η οποία σε χρόνο ρεκόρ άδειασε τις αποσκευές των άτυχων ιδιοκτητών αυτού του αυτοκινήτου. Δείτε με πόσο κέφι κάνουν πλιάτσικο , αυτά τα μικρά καθάρματα.Και να πει κανείς πως τους χρειάζονται όλ΄αυτά..

                                                               
Αυτή η καρακάξα πάλι δείχνει μιά προτίμηση σε κρεμάστρες. Ως φαίνεται τις χρειάζεται για τη φωλιά της. Τί πρόκειται να κρεμάσει άραγε;



Ενώ αυτό το εξυπνοπούλι προτιμά τα κορδόνια ενός παπουτσιού και το τηγάνι!!!
 ( Μαγειρεύουν οι καρακάξες;)

 

Γάτα  όμως να πέφτει θύμα ληστείας από γλάρο, σίγουρα δεν  έχετε ξαναδεί. Απλά απίστευτα, τόσο το θράσος του φτερωτού κλέφτη, όσο και η απάθεια της γάτας.


Την επόμενη λοιπόν φορά που θά χάσετε κάτι, μην ψάξετε τον κλέφτη  μόνο μεταξύ των συνανθρώπων σας . Υπάρχουν τσαντάκηδες και διαρρήκτες τετράποδοι και φτερωτοί απ΄ότι φαίνεται. Μην σας ξεγελά το αθώο ύφος. Είναι αδίστακτοι και διαθέτουν ποινικό μητρώο!

Το πρώτο χελιδόνι



Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι, 
 για να διώξεις το χειμώνα,  
ήλθες μ’ άνθη να στολίσεις  
της καλής μας γης το χώμα.
Έλα, έλα, χελιδόνι,  
σε προσμένει η φωλιά σου,  
έλα, έλα, να σκορπίσεις  
το γλυκό κελάδημά σου.
Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι,  
 την ακούμε τη λαλιά σου,
 ήλθες, ήλθες και απλώνεις
 μια χαρά σαν τη χαρά σου. 

Κώστας Καρυωτάκης 

Η γάτα του παπά


Γρηγόριος Ξενόπουλος

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ετήσιο Εθνικόν Ημερολόγιον του Σκόκου, το 1913. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο και έχει ως πρωταγωνίστρια τη γάτα του παπα-Ζήσιμου Κλοντηρά. Η γάτα αυτή έχει διαπράξει μια βέβηλη πράξη, ωστόσο ο παπάς την έχει συγχωρήσει επειδή την υπεραγαπά, όχι όμως και η σύζυγός του που απειλεί ότι θα την εξοντώσει αν την επαναλάβει. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, παρακολουθούμε την εξέλιξη της ιστορίας.

Πέρασε ήσυχα η εβδομάδα. Η ψιψίνα σαν να κατάλαβε τη φοβέρα και τη συμβουλή, φυλάχθηκε να μην ξανακάνει «τα ίδια». Την Κυριακήν όμως την αυγή, μόλις σηκώθηκε ο παπα-Ζήσιμος κι έκανε την τουαλέτα του και την πρώτη του προσευχή στην καμαρούλα του, κάποιος του χτύπησε την πόρτα με χέρι βιαστικό και φοβισμένο. Τίποτα img13_4 καλό δεν προμηνούσε αυτό το κτύπημα! O παπάς το φοβήθηκε αμέσως.
«Ποιος είναι;», ρώτησε.
«Εγώ, ο Χρήστος!», αποκρίθηκε η φωνή του κλαμπανάρου.
«Έμπα μέσα… Τι είναι, παιδί μου;»
O Χρήστος ο κλαμπανάρος μπήκε στην καμαρούλα χλωμός:
«Πάλε τα ίδια, παπά μου!»
«Ε;»
«Η γάτα, πανάθεμά τη!…»
«Ω, συμφορά μου!… Στο ίδιο μέρος;»
«Όχι, στην Αγία Πρόθεση…»
«Ω, μεγάλη συμφορά!… Ω, μεγάλη αμαρτία!… Ω, κατάρα!… ω, Θε μου και συχώρεσέ με!… ω!…»
Απελπισμένος, ο παπάς κτυπούσε τα χέρια και σήκωσε τα μάτια προς το ταβάνι, ζητώντας τον ουρανό. O Χρήστος ο κλαμπανάρος σώπασε μια στιγμή, για να συμμερισθεί με τα ίδια κινήματα την απελπισία του «αφεντός», κι έπειτα είπε:
«Να πω τση κυρά-παπαδίας να μου δώσει ό,τι χρειάζεται για να παστρέψω, κι έλα γλήγορα και του λόγου σου να συγυρίσεις και να διαβάσεις την ευχή για το…».
«Όχι, ευλογημένε, όχι!», τον αντίσκοψε ο παπάς με τρόμο. «Εσύ να μην αγγίξεις τίποτα· και να μην πεις λέξη τση παπαδίας! ούτε τση Σουζάνας, ούτε κανενός!… Τώρα, τώρα, έρχουμ’ εγώ… Θα τα βολέψω… Ωχ, παλιόγατα, τι μου κάνεις!»
Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο το βόλεμα, χωρίς να πάρει είδηση το σπιτικό. Κρύβουνται τέτοιες «συφορές»;… Νερά, σαπούνια, πανιά, ξίδια, κουβαλήθηκαν κρυφά στο Ιερό και το καθάρισμα έγινε από τον παπά και τον κλαμπανάρο, χωρίς υποψία από μέρους της παπαδιάς, που ούτε την ενόχλησαν καθόλου. Αλλά χρειάζονταν και καινούρια στρωσίδια για την Πρόθεση και τα κλειδιά της «μπιανκαρίας» τα είχε πάντα η παπαδιά. O παπάς —τι να κάνει;— της έστειλε το Χρήστο.
«Να μου δώσεις», της είπε, «δύο παστρικά σκεπάσματα της Αγίας Πρόθεσης· έν’ απλό γι’ από κάτου, κι ένα χυλισμένο για από πάνου».
«Μα δεν τ’ αλλάξαμε την περασμένη Κυριακή;», ρώτησε μ’ απορία η παπαδιά.
«Ναι, μα… δεν εβάλαμε τα καλά», αποκρίθηκε ο Χρήστος. «O Αιδεσιμότατος θέλει εκείνο με τα μέρλα και με τσι κόκκινους φιόγκους, που το έκαμε η σόρα-Σουζάνα».
«O ίδιος σ’ το είπε;»
«O ίδιος, ναίσκε».
«Έλα, Χριστέ και Παναγία! Πάει, ο γέρος μου ξεκουτιάστηκε και δεν ξέρει άλλο τι να κάνει! Μα τ’ είναι σήμερα; Χριστού Λαμπρή ή τ’ Αϊ-Γιαννιού; Κυριακή είναι! Απλή Κυριακή!»
«Ναι, μα ξέρεις, κυρα-παπαδία… Προχτές μου χύθηκε το μποτσολάκι με το κρασί… λίγο πάντα… μα ο Αιδεσιμότατος δε θέλει να βλέπει μάκες».
Πρέπει να μπέρδευε λιγάκι τα λόγια του ο Χρήστος, γιατί μ’ αυτό η παπαδιά υποψιάστηκε αμέσως.
«Μωρέ, Χρήστο», του είπε· «με γελάς!… Εδώ κάτι τρέχει! Γιατί τι παναπεί;»
Και διαμιάς σώπασε, κτύπησε το μέτωπό της, κι όπως ήταν ασυγύριστη, με την πρωινή της σκαμπαβία, ροβόλησε τη σκαλίτσα, βγήκε στο περβόλι, έτρεξε στα χαλίκια με τις παντούφλες της και μπήκε στην Εκκλησιά από τη γυάλινη πόρτα του περβολιού.
«Καλέ, τι μου λέει ετούτος εδώ;», άρχισε αμέσως να φωνάζει του παπά. «Θέλεις, αλήθεια, ν’ αλλάξεις τα σκεπάσματα τση Πρόθεσης;… Μα γιατί;»
«Ωχ, αδερφή!», αποκρίθηκε από το Ιερό ο παπα-Ζήσιμος, σταματώντας την ευχή που μουρμούριζε· «ζήτημα θα το κάμεις και τούτο; Έτσι θέλω! έτσι μ’ αρέσει!»
Η παπαδιά στάθηκε στα σκαλοπάτια του Ιερού και πιάστηκε από το κλειστό μισοθυρόφυλλο της ακρινής θύρας. Σαν γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να μπει παραμέσα.
«Άσ’ τα εφτούνα και λέγε μου! Μην εμαγάρισε πάλι η γάτα; Μην την έκαμε πάλι την κουτσουκέλα, η καταραμένη; ε;…»
«Μη με σκοτίζεις», αποκρίθηκε ο παπάς, «μόνο δώσε του Χρήστου ό,τι σου είπε, και γλήγορα! Έλα! για τα λιγότερα, γιατί σήμερα δε μου περισσεύει όρεξη».
Η παπαδιά κοίταξε μέσα στο Ιερό, για να καταλάβει από τα σημάδια. Η Πρόθεση ήταν γυμνή και σαν βρεμένη. Χωρίς άλλο, κάπου είχαν ξεπλύνει το βαμμένο ξύλο, μέσα στην κόχη του τοίχου, που είχε ζωγραφισμένη μια Αποκαθήλωση. Δίπλα, σ’ ένα σκαμνί, ήταν τοποθετημένα ανάκατα τα ιερά σκεύη, μα τα λευκά σκεπάσματα, που είχαν σηκώσει, δε φαίνονταν πουθενά. Αν δεν ήταν συναχωμένη η παπαδιά, θα αισθανόταν και μια δυνατή μυρωδιά από ξίδι δριμύ. Μα της χρειαζόταν κι αυτό για να καταλάβει; Τα σημάδια ήταν ολοφάνερα.
«Παπά, τι μου το κρύβεις;», ξαναφώναξε· «την έκαμε πάλι η παλιόγατα!»
«Ε, λοιπόν, ναίσκε!», αποκρίθηκε από μέσα ο παπάς· «θα σε φοβηθώ; την έκανε πάλι η παλιόγατα! Είναι άλλο;»
«Άι!…», ούρλιασε η παπαδιά και δάγκασε με λύσσα το δάκτυλό της. «Πού είναι; Τώρα, τώρα θα την εύρω! Κι αν δεν τη σκοτώσω από το ξύλο, να μη με ματαπείς Μαρία!»
Γύρισε, έσπρωξε το Χρήστο, που την είχε ακολουθήσει και στεκόταν από πίσω της, και βγήκε έξω, για να βρει την ποίξια, τη δείξια, την παλιόγατα. O παπάς την πήρε αμέσως το κατόπι, σπρώχνοντας κι αυτός τον κακόμοιρο το Χρήστο, που βρέθηκε κει να του φράζει το δρόμο.
«Να μου φέρεις πρώτα τα σκεπάσματα να συγυρίσω την Άγια Πρόθεση», της φώναξε στο περβόλι, «κι έπειτα να πας να βρεις τη γάτα και μακάρι να τη σουβλίσεις. Εμένα μοναχά να μη μου πεις λόγο. Τ’ ακούς; Κοίταξε, μη με κολάσεις αμπονόρα, γιατί σήμερα θα λειτουργήσω!…».
«Σαν να μην έφτανε, βλέπεις, το κόλασμα που σου κάνει η γάτα!», αποκρίθηκε η παπαδιά καθώς έμπαινε στο σπιτάκι. «Βλέπε τα τώρα που δε μ’ άφησες να την πετάξω με το πρώτο».
Στο τέλος —τι είχε να κάνει;— έβγαλε τα καλά σκεπάσματα, τα έδωσε του Χρήστου, κλάφτηκε στη Σουζάνα, που άμα άκουσε την καινούρια «συφορά» έκανε χίλιους σταυρούς, κι έπειτα άρχισε να ψάχνει για να βρει τη γάτα. Μα η ψιψίνα δεν ήταν πουθενά.
«Καπνός εγίνηκε και χάθηκε;», έλεγε με φούρκα η παπαδιά.
«Νόημα ωστόσο που έχει εφτούνο το ζωντανό!», έλεγε η Σουζάνα. «Δεν το ματαείδα! Το κατάλαβε πως κάτι μεγάλο κακό έκαμε και κρύβεται…»
«Μπορεί να την έκρυψε κι ο πατέρας σου, για να μην του τη σκοτώσω», είπε η παπαδιά. «Ξέρεις αγάπη που τση έχει;»
Μ’ αυτό ήταν καθαρή συκοφαντία! Oύτε στιγμή συλλογίστηκε ο παπα-Ζήσιμος να κρύψει τη γάτα από την οργή της συμβίας του. Μάλιστα μπορούμε να πούμε, πως την εύρισκε δίκαιη, γιατί, αλήθεια, η αγαπημένη του το παράκανε. Όχι πάλι ίσιαμε εκεί!… Κι ενώ αποτέλειωνε το συγύρισμα στο Ιερό, με τις σχετικές ευχές, συλλογιζόταν πως έπρεπε να καταπνίξει τη συμπάθειά του και ν’ αφήσει την παπαδιά να ξεκάμει τη γάτα, όπως ήθελε. Σιγά σιγά όμως η σκληρή αυτή σκέψη υποχώρησε σ’ άλλη μαλακότερη. Δεν έπρεπε να επιτρέψει στην παπαδιά να βασανίσει άδικα το ζώο. Γιατί κι ο Διάβολος αν το έκανε όργανό του, τι έφταιγε το κακόμοιρον; Όχι, δε θα το ’δινε του Χρήστου να το πετάξει στη θάλασσα. Θα το ’δινε του Γερόλυμου, του φίλου του, να το κρατήσει στο μαγαζί. — Και πάλι αργότερα, αφού «πήρε καιρό» κι άρχισε να ντύνεται τ’ άμφιά του για τη λειτουργία, με τη βοήθεια του μικρού Νιόνιου, ακόμη μαλακότερη σκέψη του ήλθε: θα κρατούσε τη γάτα και θα πρόσεχε μόνο κάθε βράδυ να κλείνει καλά και τις τρεις θύρες του Ιερού. Αλήθεια, για τα ποντίκια της Εκκλησιάς την είχε και την άφηνε να μπαινοβγαίνει ελεύθερα. Μ’ αφού ήταν τέτοια, θα την περιόριζε.
Σ’ όλο αυτό το διάστημα, η Ψιψίνα εξακολουθούσε να είναι κρυμμένη. Κανείς από το κελί δεν την είδε, μονολότι την εγύρευαν όλοι. Αλίμονό της αν «εκομπαρίριζε» εκείνη την αυγή! Μα ήταν πολύ πονηρή ή πολύ τυχερή· και δεν εφάνηκε καθόλου ως το μεσημέρι. Μόνο που την ώρα που η παπαδιά εκκένωσε στην img13_5 απλάδα το ραγού, ακούστηκε από το περβόλι ένα δειλό νιαούρισμα. O παπα-Ζήσιμος, περιμένοντας στην τραπεζαρία, πετάχθηκε αμέσως. Αλαφιασμένη, πετάχθηκε αμέσως κι η παπαδιά· μα ο παπάς την κράτησε στην πορτούλα της κουζίνας.
«Στάσου», της είπε, «είναι δική μου δουλειά! Έγνοια σου, και θα την κάμω εγώ που να με θυμάται».
Η παπαδιά υποχώρησε, γιατί είχε και το φαΐ, κι ο παπάς έκραξε με γλύκα τη γάτα και, μόλις εζύγωσε, την άρπαξε απότομα από τη μέση.
«Έλα εδώ», της είπε· «έλα εδώ, να σε μάθω εγώ πώς…»
Δεν απόσωσε τη φράση, μόν’ ανέβηκε τη σκάλα της σοφίτας, πέταξε κει μέσα τη γάτα, την κλείδωσε, πήρε το κλειδί και κατέβηκε.
«Τση έδωσα κάτι κλοτσίες, μα κάτι κλοτσίες!…», είπε ψέματα τη στιγμή που καθόταν στο τραπέζι, τάχα θυμωμένος.
«Εσύ; ούτε δε θα την άγγιαξες, κάνω όρκο!», είπε η παπαδιά. «Ας είναι, έπειτα τη λογαριάζω εγώ».
img13_6
«Ναι, αν τη βρεις!»
«Έφυγε;»
«Αμή ματαγυρίζει εφτούνη, άμα είδε πως τη δέρνω κι εγώ; Μέρες θα κάμει τώρα να πατήσει εδώ μέσα».
Έτσι ο παπα-Ζήσιμος κατόρθωσε να προφυλάξει τη γάτα του από το θυμό της παπαδιάς, ώσπου πέρασαν οι πρώτες επικίνδυνες ώρες. Ύστερα ξανανέβηκε κρυφά στη σοφίτα, για να της ρίξει λίγο φαΐ, και προσπάθησε να μερέψει τη συμβία του με λόγια. Ήταν εκεί κι ο Άνθιμος ο αναγνώστης, κι ο φίλος του ο Γερόλυμος, κι ένας άλλος ενορίτης, που είχαν μάθει εμπιστευτικά την αυγινή συφορά και λυπηθήκανε πολύ.
img13_7
Μια συμβουλή,
η υπογραφή
και το σκίτσο
του Γρ. Ξενόπουλου 

http://digitalschool.minedu.gov.gr

«Ε, παιδιά μου», τους έλεγε ο παπα-Ζήσιμος, ενώ έπιναν τον καφέ στη σάλα. «Πόσοι κι από μας τους ανθρώπους δε μαγαρίζουν τα Άγια και δε βεβηλώνουν τα Ιερά κάθε μέρα, χωρίς να ’χουν περισσότερη συναίσθηση από τη γάτα μου! Είδα εγώ τέτοιους στη ζωή μου!… Πρέπει όμως να συγχωράμε αυτούς τους δυστυχισμένους, όπως συγχωράμε και το ζώο που δεν έχει λογικό. Δεν το κάνουν από κακό. Μονάχα δεν ξέρουν τι κάνουν. “Oυκ οίδασι τι ποιούσι”».
«Καλά λέει ο παπάς», επεδοκίμασε ο Γερόλυμος.
«Μπορεί να λέει καλά ο παπάς», είπε τότε η παπαδιά· «εγώ όμως αν ξανακάμει τέτοιο πράμα η γάτα του θα την πνίξω. Δε μου γλιτώνει!».
Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, επιμέλεια – ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Ο αετός, το ιερό πουλί του Δία, στα έπη του Ομήρου



Η γνωριμία του ανθρώπου με τα πουλιά είναι τόσο παλιά όσο και ύπαρξή του. Στην αρχή τα κυνήγησε για το νόστιμο κρέας τους και για το πολύχρωμο φτέρωμά τους. Βλέποντάς τα όμως καθημερινά να διασχίζουν χαρούμενα το γαλάζιο ουρανό ή να κελαηδούν δίπλα του στα σύδενδρα και να αναγαλλιάζουν την ψυχή του, να χτίζουν τις φωλιές τους, να γεννούν και να μεγαλώνουν με φροντίδα και στοργή του νεοσσούς τους, αισθάνθηκε την ανάγκη να εξημερώσει μερικά από αυτά και να τα κάνει οικόσιτα, αν και κάποια από αυτά, που τον μάγεψαν με τη μελωδία και το πολύχρωμο φτέρωμά τους, τα φυλάκισε σε κλουβιά, για να τα έχει κοντά του και να τα χαίρεται. 


Αυτή η σχέση του με τα πουλιά, που πετούν λεύτερα στον ουρανό, τον ώθησε στη δημιουργία μύθων γύρω από την ύπαρξή τους και τις ιδιότητές τους. Τα απεικόνισε σε σπήλαια, τα έκανε σύμβολα και τα έθεσε στην υπηρεσία των θεών. Η κουκουβάγια (Γλαύκα) έγινε το ιερό πουλί της Αθηνάς Παλλάδας, σύμβολο της σοφίας, ο αετός, ο βασιλιάς των πουλιών, έγινε το ιερό πουλί και σύμβολο του υπέρτατου θεού, του Δία, που θεωρείται το τελειότατο των πτηνών, ενώ το γεράκι θεωρήθηκε ιερό πουλί του Απόλλωνα.

Ο ΄Ομηρος δεν είναι πουλολόγος ούτε κι ενδιαφέρεται για όλα τα πουλιά του ελλαδικού χώρου. Όχι γατί τα περιφρονεί, αντίθετα τα αγαπά και τα περιγράφει ,γα να ζωντανέψει μερικές εικόνες στην αφηγηματικό του λόγο. Αν τον συγκρίνουμε με τον Αριστοφάνη, εκατοντάδες χρόνων νεότερο του, θα διαπιστώσουμε πως στην κωμωδία του ΄Ορνιθες όχι μόνο παραθέτει ένα μακροσκελή κατάλογο πουλιών αλλά ταυτόχρονα προσδιορίζει και τη σχέση μερικών από αυτά με τους θεούς που λατρεύει. Ισχυρίζεται μάλιστα, μιλώντας ένας ήρωας της κωμωδίας στα πουλιά, ότι είναι παλιότερα από τους θεούς, γι’ αυτό και οι θεοί ως σύμβολα φορούν από ένα πουλί στο κεφάλι τους.

(Ορνιθες 513-517)

Και ο ίδιος ο Δίας, όπου βασιλεύει

τώρα, ένα αετοπούλι ψηλάθε φορεί

στο κεφάλι, ενώ αυτός διαφεντεύει.

Κουκουβάγια και η κόρη του έχει η Αθηνά,

μα και ο Απόλλωνας ένα γεράκι,

παραγιός γερακάρης σα να ήταν. 

Ο Αριστοφάνης είναι πιθανό να αντλεί την πληροφορία του από το έπος, αφού εκεί για πρώτη φορά γίνεται αναφορά σε πουλιά, ως σύμβολα θεών. Ο ποιητής αναφέρεται, βέβαια, επιλεκτικά σε κάποια πουλιά, τα οποία με τις ιδιότητές τους βοηθούν στην παραστατικότερη και αμεσότερη αφήγηση του επικού μύθου. Άλλωστε, είναι γνωστό πως τα πουλιά στο έπος τα χρησιμοποιούν και οι θεοί, για να μεταμορφώνονται σ’ αυτά οι ίδιοι και για να μεταφέρουν μηνύματα στους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι ως σημάδια, για να ερμηνεύουν τις προθέσεις των θεών όσον αφορά το μέλλον.

Έτσι ο αετός, το αρπακτικό πουλί με την οξυτάτη όραση, το κυρτό γαμψό ράμφος του, τα θανατηφόρα αγκιστροειδή νύχια του, που φωλιάζει σε απόκρημνους βράχους και πετά με τις τεράστιες φτερούγες του ψηλά (υψιπέτης) στον ουρανό, γίνεται το ιερό πουλί του Δία. Ο άνθρωπος θεωρεί τον αετό ως το κατ’ εξοχήν πουλί, με το οποίο ο Δίας αποκαλύπτει, μέσω των μάντεων, τη θέλησή του. Γι’ αυτό αποδίδει στο πουλί αυτό πολλά επίθετα, όπως: υψιπέτης, υψιπετήεις, αίθων, αγκυλοχείλης, μέλας, κάρτιστος, ώκιστος πετεηνών, τελειότατος πετεηνών και άλλα.. 

Ο υψιπέτης αετός, ο αετός που πετά ψηλά, πάνω από τα νέφη, και κοιτάζει κατάματα τον ήλιο, θεωρήθηκε αρχικά το ουράνιο ηλιακό σύμβολο και βασιλιάς των πουλιών του ουρανού. Αργότερα ο μύθος εμφάνισε τον αετό ως φορέα του θεϊκού όπλου του Δία, του κεραυνού, για να αποβεί τελικά το σύμβολο του υπέρτατου θεού και το πιο αγαπητό του πτηνό από όσα πετούν στον ουρανό.

(Ω 310).

Ος τε σοι αυτώ φίλτατος οιωνών.

Γιατί και σε σένα είναι ο αετός το πιο αγαπημένο πουλί.

Ο αετός στην παρομοίωση

Ο ποιητής, στην αφήγηση του επικού μύθου, χρησιμοποιεί τον αετό και τις θαυμάσιες ιδιότητές του, για να παρομοιάσει μ’ αυτές ιδιότητες θνητών ανθρώπων, βασιλιάδων, ηρώων κτλ.

Έτσι στη ραψωδία Ρ 673 κεξ. αναφέρεται στο Μενέλαο και παρομοιάζει την ερευνητική και αγωνιώδη ματιά του βασιλιά της Σπάρτης να βρει τον Αντίλοχο μέσα στο πλήθος, με εκείνη του οξυδερκή αετού που ρίχνει το βλέμμα του από ψηλά, αναζητώντας την τροφή του.

(Ρ.673-75)

Σαν είπε αυτά ο ξανθός Μενέλαος, ξεκίνησε να φύγει

στρέφοντας τα μάτια του τριγύρω σαν αετός, που λεν

πως έχει απ’ όλα τα πουλιά του ουρανού το πιο γερό μάτι,

που από ψηλά ακόμη, δεν του ξεφεύγει ο γρήγορος λαγός, 

που έχει το γιατάκι του στο θάμνο,... 

Έτσι κι εσένα τότε, ευγενικέ Μενέλαε, τα λαμπερά σου μάτια

γυρόφερναν παντού μες στο πυκνό το πλήθος των συντρόφων

μήπως και κάπου ιδείς ακόμα ζωντανό του Νέστορα το γιο, 

τον Αντίλοχο.

Ο αετός όμως δεν είναι μόνο οξυδερκής αλλά και ταχύτατος στο πέταγμα και προλαβαίνει το θήραμά του. Αυτή την ιδιότητα εκμεταλλεύεται ο ποιητής και παρομοιάζει το γρήγορο τίναγμα φυγής του Αχιλλέα, για να σωθεί από τα ορμητικά νερά του ποταμού που απειλούσαν να τον πνίξουν, με την ορμή που πετάγεται ο μαύρος (μέλας) αετός, το ταχύτερο από όλα τα πουλιά, για να συλλάβει το θήραμά του..

Πηλείδης δ΄απόρουσεν, όσον τ’επί δουρός ερωή,

αιετού οίματ’ έχων μέλανος, του θηρητήρος,

ος θ’ άμα κάρτιστος τε και ώκιστος πετεηνών

τω εικώς ήιξεν, επί στήθεσσι δε χαλκός

σμερδαλέον κονάβιζεν.....( Φ 251-255)

Ο Πηλείδης πετάχτηκε μακριά, όσο η βολή του κονταριού,

έχοντας την ορμή του αρπακτικού μαύρου αετού, που είναι

το δυνατότερο απ’ όλα τα πουλιά και το ταχύτερο.

Έτσι πετάχτηκε, ίδιος αετός, και πάνω στο στήθος του ο χαλκός

βροντούσε φοβερά...

Ουσιαστικές υπηρεσίες του αετού

Οι ιδιότητες του αετού είναι σημαντικές, γιατί βοηθούν τον άνθρωπο να ρυθμίζει από το πέταγμά του καλύτερα τη ζωή του, λαμβάνοντας υπόψη τη θετική ή αρνητική στάση του θεού απέναντι στο αίτημά του. Και αυτό το αντιλαμβάνεται, αν ο αετός, το ιερό πουλί του Δία, πετά στα δεξιά του ή στα αριστερά του, την ώρα της θυσίας ή της προσευχής. Το πέταγμα του αετού ή του πτηνού γενικά δεξιά είναι σημάδι θετικό, ενώ το πέταγμα στ’ αριστερά είναι αρνητικό σημάδι. Τουλάχιστον έτσι το ερμηνεύουν οι μάντεις ή οι οιωνοσκόποι.

Αρνητικό σημάδι στέλνει ο Δίας στους Τρώες με τον αετό, όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να διαβούν την τάφρο και να κάψουν τα καράβια των Αχαιών. Τότε, ένας αετός, με ένα φίδι στο ράμφος, πετά αριστερά τους και αφήνει το ερπετό να πέσει ανάμεσα στο στρατό, ενώ ο ίδιος κρώζοντας δυνατά απομακρύνεται με την πνοή του ανέμου. 

Ο Πολυδάμας, φίλος του Έκτορα και οιωνοσκόπος, ερμηνεύοντας το συμβάν, λέει στον Έκτορα πως δεν είναι καλό σημάδι, γιατί και αν ακόμα οι Τρώες σπάσουν το τείχος των Αχαιών, δε θα γυρίσουν ξανά με τάξη απ’ τα καράβια.

(Μ 226-229).

Πολλούς γαρ Τρώων καταλείψομεν, ους κεν Αχαιοί

χαλκώ δηώσωσιν αμυνόμενοι περί νηών

ώδε χ’υποκρίναιτο θεοπρόπος, ος σάφα θυμώ

ειδείη τεράων και οι πειθοίατο λαοί

Πολλούς θα αφήσουμε Τρώες εκεί, νεκρούς απ’ το χαλκό

των Αχαιών, καθώς θα προασπίζουν τα καράβια τους.

Αυτά θ’ αποκρινόταν ένας μάντης, που θα ’ξερε καλά

τα θεϊκά σημάδια και θ’ άκουγε τη συμβουλή του ο κόσμος.

Τα σημάδια λέει ξεκάθαρα στον ΄Εκτορα δεν επιτρέπουν την επίθεσή μας. Ας μην την επιχειρήσουμε μήπως και αποβεί σε βάρος μας.

Απαντώντας όμως ο Έκτορας, που είναι περισσότερο ρεαλιστής, του λέει πως δεν πιστεύει σε σημάδια και οιωνούς είτε έρχονται από δεξιά είτε από αριστερά. Εκείνο που ξέρει καλά είναι πως ένας άριστος οιωνός είναι, να πολεμά κανείς για την πατρίδα.

(Μ 237-243).

τύνη δ’ οιωνοίσι τανυπτερύγεσσι κελεύεις

πείθεσθαι, των ου τι μετατρέπομ’ ουδ’ αλεγίζω, 

εί τ’ επί δεξί’ ίωσι προς ηώ τ’ ηέλιόν τε,

ει τ’ αριστερά τοι γε ποτί ζόφον ηερόεντα.

ημείς δε μεγάλοιο Διός πειθώμεθα βουλή.

....

είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης. 

Κι εσύ μου λες να εμπιστευτώ τα μακροφτέρουγα πουλιά, 

που εγώ γι’ αυτά δε νοιάζομαι κι ούτε τα λογαριάζω,

είτε δεξιά προς την αυγή και προς τον ήλιο πάνε

είτε και προς τ’ αριστερά στης δύσης το σκοτάδι. 

Εμείς ας υπακούμε στου ύψιστου Δία τη βούληση.

.....

Ένας, ο πιο καλός οιωνός: να πολεμάς για την πατρίδα.

Μπορεί ο γενναίος πολεμιστής της Τροίας να είχε τη δική του άποψη για τους οιωνούς και τα δεξιά ή αριστερά πετάγματα των πτηνών, οι μάντεις όμως εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως τα πτηνά, όπως ο αετός, ανάλογα με το πέταγμά τους δηλώνουν τη θετική ή αρνητική στάση των θεών για το μέλλον και την τύχη των ανθρώπων. Ήταν μια αντίληψη και πίστη βαθιά ριζωμένη στο λαό που εύκολα κανείς δεν μπορούσε να ξεριζώσει.

Καλό σημάδι είναι το πέταγμα του αετού από τα δεξιά, όπως συμβαίνει με τους Αχαιούς, που θεωρούν ότι ο όρνις που πετά από τα δεξιά δίνει θετική απάντηση στο πρόβλημά τους και αντλούν θάρρος από το γεγονός αυτό. Την περίπτωση αυτή αφηγείται ο ποιητής λίγο πριν αναμετρηθούν σε μονομαχία ο Έκτορας και ο Αίας.

Ο Αίας απειλεί τον Έκτορα και του λέει πως η πόλη του, η Τροία, μια μέρα θα πέσει στα χέρια των Αχαιών και τότε εκείνος θα ήθελε να έχει άλογα που θα τρέχανε γρηγορότερα από το πέταγμα του αετού. Και σαν είπε αυτά, πέταξε από τα δεξιά σημαδιακό πουλί και αναθάρρησε ο στρατός που περίμενε με αγωνία τη μονομαχία.

(Ν.823-825)

Ως άρα οι ειπόντι επέπτατο δεξιός όρνις

αιετός υψιπέτης επί δ’ ίαχε λαός Αχαιών

θάρσυνος οιωνώ...

Σαν είπε αυτά(ο Αίας), πέταξε από τα δεξιά σημαδιακό πουλί,

ένας αετός υψιπέτης, κι αμέσως κραύγασε των Αχαιών το πλήθος

παίρνοντας θάρρος για το καλό σημάδι..... 

Μήπως δεξιό οιωνό δεν παρακαλεί και ο Πρίαμος να του στείλει ο Δίας, τώρα που αποφάσισε να πάει στη σκηνή του Αχιλλέα με πλούσια λύτρα και να ζητήσει το νεκρό σώμα του γιου του; Παρακαλεί το Δία να τον δει ο Αχιλλέας, ο φονιάς του γιου του, με συμπάθεια και αγάπη. Γι’ αυτό του χρειάζεται να του δοθεί η έγκριση του Δία με το δεξιό πέταγμα του θεϊκού πουλιού. 

(Ω 308-321).

Ζευ πάτερ, Ίδηθεν μεδέων, κύδιστε, μέγιστε,

δος μ’ ες Αχιλλήος φίλον ελθείν ήδ’ελεεινόν,

πέμψον δ΄οιωνόν, ταχύν άγγελον, ος τε σοι αυτώ

φίλτατος οιωνών, και εύ κράτος εστί μέγιστον,

δεξιόν όφρα μεν αυτός εν οφθαλμοίσι νηοήσας

τω πίσυνος επί νήας ίω Δαναών ταχυπώλων. 

Ως έφατ’ ευχόμενος, του δ’ έκλυε μητίετα Ζευς

αυτίκα δ’ αιετόν ήκε, τελειότατον πτηνών

......

δεξιός αίξας υπέρ άστεος. οι δε ιδόντες

γήθησαν, και πάσιν εν φρεσί θυμός ιάνθη.

Πατέρα Δία, τρισένδοξε, μεγάλε, που από την Ίδη κυβερνάς

σαν πάω στον Αχιλλέα, κάμε να βρω αγάπη και συμπόνια

και στείλε μου, ταχύ αγγελιαφόρο, το όρνιο,

το πιο αγαπημένο σου κι απ’ όλα το πιο δυνατό,

να’ρθει από τα δεξιά και, σαν το ιδώ ο ίδιος με τα μάτια μου,

με αυτό οδηγό να πάω στα πλοία των Δαναών των ταχυπώλων. 

Αυτά είπε, κι ο παντογνώστης Δίας ακούει την προσευχή του

και στέλνει ευθύς έναν αετό, το πιο τέλειο απ’ τα πτηνά.

...................

από τα δεξιά τους εμφανίστηκε πάνω από τη πόλη ορμώντας

τον είδανε και χάρηκαν, γαλήνεψε η ψυχή τους.

Τα παραδείγματα είναι πολλά. Θα παραθέσουμε όμως μερικά όπως τα επιλέξαμε από τις σελίδες των δύο επών, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.



Στην Ιλιάδα διαβάζουμε:

Όρνις που πετά δεξιά:

(Ν 821).

ως άρα οι ειπόντι επέπτατο δεξιός όρνις,

αιετός υψιπέτης επί δ’ ίαχε λαός Αχαιών

θάρσυνος οιωνώ... 

Σαν είπε αυτά(ο Αίας), πέταξε από τα δεξιά σημαδιακό πουλί,

ένας αετός ψηλά πετώντας, κι αμέσως κραύγασε των Αχαιών το πλήθος,

παίρνοντας θάρρος για το καλό σημάδι... 

(Ω 219). 

μη μ’ εθέλοντ’ κατερύκανε, μηδέ μοι αυτή

όρνις ενί μεγάροισι κακός πέλευ ουδέ με πείσεις. 

Τότε λέει ο Πρίαμος στην Εκάβη.

«Η θέλησή μου είναι να πάω, μη μ’ εμποδίζεις, μη γίνεσαι

μες στο σπίτι κακοσήμαδο πουλί δε θα με πείσεις».



Στην Οδύσσεια διαβάζουμε:

Όρνις που πετά δεξιά:

Ο Τηλέμαχος ευχαριστεί το Νέστορα για τη φιλοξενία και για την ευχή που του έδωσε να βρει τον πατέρα του.

(ο.160). 

ως άρα οι ειπόντι επέπτατο δεξιός όρνις,

αιετός αργήν χήνα φέρων ονύχεσσι πέλωρον,

ήμερον εξ αυλής, οι δ’ ιύζοντες έποντο

ανέρες ηδέ γυναίκες ο δε σφίσιν εγγύθεν ελθών

δεξιός ήιξε πρόσθ’ ίππων. οι δε ιδόντες

γήθησαν....

Έτσι όπως είπε, ένας αετός δεξιά γοργοπετούσε,

αετός που’ χε στα νύχια του λευκή μεγάλη χήνα

σπιτοθρεμμένη κι ήμερη και με φωνές ξοπίσω

γυναίκες κι άντρες έτρεχαν. Κι ως ζύγωσε κοντά τους,

βουτάει δεξιά τους στ’ άλογα μπροστά και μ’ αναγάλλια

τον είδαν και τους έγιανε μέσα η καρδιά στα στήθια.



Μιλά ο Θεοκλύμενος και ερμηνεύει το πέταγμα του πουλιού από τα δεξιά τους .

(ο 531). 

Τηλέμαχ’ ου τοι άνευ θεού έπτατο δεξιός όρνις

έγνων γαρ μιν ες άντα ιδών οιωνόν εόντα.

υμετέρου δ’ ουκ έστι γένευς βασιλεύτερον άλλο

εν δήμω Ιθάκης, αλλ’ υμείς καρτεροί αιεί.

Απ’ το θεό, Τηλέμαχε, το όρνιο δεξιά πετούσε. 

Κι ως το είδα, το κατάλαβα πως ήτανε σημάδι.

Άλλη βασιλικότερη δεν είναι απ’ τη γενιά σου

σ’ όλο το Θιάκι. Αιώνια σεις οι βασιλιάδες θα ’στε.

Όρνις που πετά αριστερά:

(υ 243).

Κι ενώ οι μνηστήρες κουβεντιάζουν το θάνατο του Τηλέμαχου, όταν θα επιστρέψει στο νησί του από το ταξίδι του στην Πύλο και τη Σπάρτη, ξαφνικά πέταξε από τα αριστερά ένας αετός.

... αυτάρ ο τοίσιν αριστερός ήλυθεν όρνις

αιετός υψιπέτης, έχε δε τήρωνα πέλειαν.

τοίσιν δ’ Αμφίνομος αγορήσατο και μετέειπεν

«ω φίλοι, ουχ ημίν συνθευσεται ήδε γε βουλή,

Τηλεμάχοιο φόνος......

...Μα να ένα όρνιο φάνηκε ζερβά τους που πετούσε,

αψηλοπέταχρος αετός, κρατώντας περιστέρι.

Αμέσως ο Αμφίνομος πήρε το λόγο κι είπε:

«Αδέλφια, αυτή μας η βουλή δε θα τελεσφορήσει,

του Τηλεμάχου ο σκοτωμός...

Άλλες περιπτώσεις:

(τ 538)

Αετός αγκυλοχείλης

ελθών δ’ εξ όρεος μέγας αετός αγκυλοχείλης

πάσι κατ’ αυχένας ήξε και έκτανεν οι δε κέχυντο

αθρόοι εν μεγάροις, ο δ’ αιθέρα δίαν αέρθη.

Κι ένας αετός περήφανος, αετός καμπουρομύτης,

χίμηξε από ψηλή κορφή κι έκοψε το λαιμό τους,

κι όλες σωρός τεντώθηκαν, και στο γαλάζιο αιθέρα

πέταξε πάλε κι έφυγε

(ω 538)

Αετός υψιπετήεις

σμερδαλέον δ’ εβόησε πολύτλας δίος Οδυσσεύς,

οίμησεν δε αλείς ως τ’ αιετός υψιπετήεις.

Χούγιαξε τότε ο θεϊκός πολύπαθος Οδυσσέας

κι αφού μαζεύτηκε χιμάει σαν κυνηγάρικο όρνιο.



Ο Κίρκος, το γεράκι



Σε κάποια σημεία της Ιλιάδας, αντί του αετού, αναφέρεται ένα άλλο πτηνό ο κίρκος, δηλαδή το γεράκι. 

Παρομοιάζονται με τις ιδιότητές του οι ενέργειες του Αχιλλέα και η φυγή των Αχαιών μπροστά στην πολεμική ορμή του Αινεία και του Έκτορα.



Στην Ιλιάδα

(Χ 139). 

Πρόκειται για την καταδίωξη του Έκτορα από τον Αχιλλέα.

Πηλείδης δ’ επόρουσε ποσί κραιπνοίσι πεποιθώς.

ηύτε κίρκος όρεσφιν, ελαφρότατος πετεηνών,

ρηιδίως οίμησε μετά τρήρωνα πέλειαν

η δε θ’ ύπαιθα φοβείται, ο δ’ εγγύθεν οξύ λεληκώς

τάρφε’ επαϊσσει, ελέειν τε ε θυμός ανώγει

ως άρ’ ο γ’εμμεμαώς ιθύς πέτετο, τρέσε δ’ Έκτωρ

τείχος ύπο Τρώων, λαιψηρά δε γούνατ’ ενώμα.

Ο Αχιλλέας ορμάει πίσω του έχοντας εμπιστοσύνη στα γοργά του πόδια.

Όπως γεράκι στα βουνά, απ’ τα πουλιά το πιο ταχύ, χιμάει εύκολα

σε τρομαγμένη περιστέρα κι όπως αυτή πετάει μπροστά, εκείνο

με άγριες κραυγές ορμάει πίσω της αδιάκοπα, θέλοντας να την πιάσει

ίδια κι αυτός ακράτητος τον πήρε κατά πόδας, κι ο Έκτωρ τρομαγμένος

κάτω απ’ των Τρώων το τείχος έφευγε με πόδια γοργοκίνητα..(παρομοίωση)

(Ρ 757).

...ως τε ψαρών νέφος έρχεται ηέ κολοιών,

ούλον κεκληγότες, ότε προίδωσιν ιόντα

κίρκον, ο τε σμικρήσι φόνον φέρει ορνίθεσσιν,

ως αρ’ υπ’ Αινεία τε και Έκτορι κούροι Αχαιών

ούλον κεκληγότες ίσαν, λήθοντο δε χάρμης.

Κι αυτοί, όπως πετούν ψαρόνια σύννεφο ή καλιακούδες,

που κρώζουν τρομαγμένα, όταν ιδούν από μακριά να έρχεται

γεράκι, που προμηνάει στα μικροπούλια θάνατο,

έτσι μπρος στον Αινεία και στον Έκτορα οι γιοι των Αχαιών

έφευγαν κραυγάζοντας αδιάκοπα, τη μάχη είχαν ξεχάσει.

Στην Οδύσσεια

Το δεξιό πέταγμα του πουλιού (κίρκου) είναι καλό σημάδι.

(0-525)

Ο Τηλέμαχος, αποχωριζόμενος το Θεοκλύμενο, βλέπει να πετά από τα δεξιά τους ένα όρνιο. Ερμηνεύοντας το σημάδι λέει στον Τηλέμαχο πως είναι καλό σημάδι.

ως άρα οι ειπόντι επέπτατο δεξιός όρνις,

κίρκος, Απόλλωνος ταχύς άγγελοςεν δε πόδεσσι 

τίλλε πέλειαν έχων, κατά δε πτερά χεύεν έραζε

μεσσηγύς νηός τε και αυτού Τηλεμάχοιο.

Τηλέμαχ’, ου τοι άνευ θεού έπτατο δεξιός όρνις

έγνων γαρ μιν ες άντα ιδών οιωνόν εόντα.

υμέτερου δ’ ουκ έστι γενεύς βασιλεύτερον άλλο

εν δήμω ιθάκης, αλλ’ υμείς καρτεροί αιεί.

Είπε και πέταξε άξαφνα προς τα δεξιά το όρνιο,

γεράκι, του Απόλλωνα γοργός μαντατοφόρος.

Βαστούσε με τα νύχια του ένα άγριο περιστέρι

και του μαδούσε τα φτερά και τα σκορπούσε κάτω,

του Τηλέμαχο ανάμεσα και του τρεχαντηριού του.

.......................

Θεοκλύμενος:

Απ’το θεό Τηλέμαχε το όρνιο δεξιά πετούσε.

κι ως το είδα κατάλαβα πως ήταν σημάδι.

Άλλη βασιλικότερη δεν είναι απ’ τη γενιά σου

σ’ όλο το Θιάκι.Αιώνια σεις οι βασιλιάδες θα’στε.

Ο αετός στα όνειρα

Θα κλείσουμε το σημείωμά μας με μια ακόμη αναφορά του ποιητή στον αετό. Ο αετός στα όνειρα του ανθρώπου και συγκεκριμένα στα όνειρα της πιστής Πηνελόπης.

Ο Οδυσσέας, μετά από τόσες περιπλανήσεις και κινδύνους έφτασε στην Ιθάκη και γυροφέρνει στο παλάτι του ως ζητιάνος. Η Πηνελόπη τον έχει υπό την προστασία της και του εμπιστεύεται κάποια όνειρά της. Σε ένα από αυτά του αφηγείται ένα σημαδιακό όνειρο που ήταν αποκαλυπτικό από μόνο του και δε χρειαζόταν ερμηνευτή. Είδε λέει στο όνειρό της να ορμά από ψηλά ένας αετός στις χήνες του σπιτιού της και να τις αποτελειώνει όλες. Μετά να απομακρύνεται και να επανέρχεται καθίζοντας στη στέγη του παλατιού και παίρνοντας ανθρώπινη λαλιά να της εξηγεί το όνειρο, λέγοντάς της πως οι χήνες ήταν οι μνηστήρες και ο αετός ο Οδυσσέας, που γύρισε στην Ιθάκη και θα τους εξοντώσει.

(τ 545).

Θάρσει, Ικαρίου κούρη τηλεκλειτοίο

ουκ όναρ, αλλ’ ύπαρ εσθλόν, ο τοι τετελέσμενον έσται.

χήνες μεν μνηστήρες, εγώ δε τοι αιετός όρνις

ήα πάρος, νυν αύτε τεός πόσις ειλήλουθα,

ος πάσι μνηστήρσιν αεικέα πότμον εφήσω.

Ω Πηνελόπη, μη χολιάς κι όνειρο αυτό δεν ήταν,

μον’ ήτανόραμα καλόπου θ’ αληθέψει. Οι χήνες

είναι οι μνηστήρες κι ο αετός ο άντρας σου είμαι ο ίδιος,

πόφτασα θάνατο σκληρό να φέρω στους μνηστήρες. 

Με όσα ως εδώ εκθέσαμε για τον αετό και τη σημασία που έχει στο έπος, ασφαλώς δεν εξαντλήσαμε το θέμα, οπωσδήποτε όμως δώσαμε μια σαφή εικόνα με τα πολλά παραδείγματα που παραθέσαμε και ο αναγνώστης ίσως μπορέσει να κάνει τις δικές του παρατηρήσεις επί του θέματος, που είναι σίγουρο ότι κάποιες διέφυγαν της προσοχής και του σχολιασμού μας. 

Πάντως, ο ποιητής εκμεταλλεύτηκε αριστουργηματικά τις ιδιότητες του αετού και από απλό πουλί το εμφάνισε ως ιερό πουλί του Δία, το χρησιμοποίησε ως μέσο ή αγγελιαφόρο, για να δηλώνει τη βούλησή του και τέλος του έδωσε ανθρώπινη λαλιά, για να εξηγήσει το ίδιο και να διαβεβαιώσει την Πηνελόπη πως το το όνειρο που είδε στον ύπνο της σε λίγο θα γίνει αληθινό.

Τα μεταφρασμένα κείμενα αντλήθηκαν από το βιβλίο: Ομήρου Ιλιάδα. Μετάφραση Γ. Κόραβος- Χ. Δρόσου, Εκδόσεις Σοκόλη, ενώ της Οδύσσειας από τη μετάφραση Ζήσιμου Σίδερη , ΟΕΔΒ. Αθήνα. 

Δ. Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ



ΠΗΓΗ : ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ