Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Καναρίνι , Βασίλης Ρώτας






Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΛΟΥΛΗΣ Ο ΓΟΗΣ




Αγαπώ πολύ τις γάτες, τις ωραίες γάτες. Συνεννοoύμαι κάπως μαζί τους και νομίζω πως κι αυτές μ΄αγαπούν. Παρακολούθησα ως τώρα με αληθινό θαυμασμό και πολύ ενδιαφέρον , κάμποσες απ΄αυτές. Φανταζόμουνα λοιπόν πως κάτι ξέρω απ΄τη ψυχολογία κι από τα γούστα αυτών των τρισχαριτωμένων πλασμάτων, που κάθε κίνησή τους, είναι μιά σύνθεση από αρμονία και χάρη και κάθε εγωϊσμός τους εκδηλώνεται με ένα αξιολάτρευτο καπρίτσιο. Δε βαριέστε , είναι μερικές μέρες τώρα, που ένας γάτος ήρθε να με διδάξει πως, όσο για την γατίσια αισθητική, δεν ένιωθα τα τρία κακά της μοίρας μου.

Ο γάτος αυτός είναι ένας ολόασπρος ομορφόγατος , άρτι αφιχθείς εξ΄Αιγύπτου μαζί με την κυρία του. Είναι ένα αιλουροειδές αληθινά ωραίο. Σε μιά έκθεση γάτων θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο και ...μισή οκά φρέσκα εντόσθια. Είναι μεγαλόσωμος , με άφθονη ολόασπρη τρίχωση, χωρίς τον παραμικρό λεκέ.Σαν κάθεται στο βυσινί μαξιλάρι του, κουλουριασμένος, μοιάζει μ΄ένα βώλο φρέσκο, απάτητο χιόνι. Η ουρά του είναι ολόκληρο λοφία Ουσσάρου βιεννέζικης οπερέττας, όρθιο, φουντωτό και πεντακάθαρο. Μουστακαλής, παλικαράς και ασίκης. ΄Ενας λεβεντόγατος τέλος πάντων, ρωμαλέος και καμαρωτός σαν εύζωνος της φρουράς του Αγνώστου μέσα στις χιονάτες του φουστανέλες.
Ακούει στο όνομα Λούλης. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, γιατί δεν ακούει καθόλου. Είναι δε κιόλας το μοναδικό του ελάττωμα. Τον φωνάζεις, τον προσκαλείς ή τον διώχνεις , αυτός πέρα βρέχει. Κάθεται και σε κοιτάζει μονάχα με τα έξοχα μάτια του, που σε βλέπουν με αδιαφορία κατάματα. Είναι δυό ολόχρυσα φωσφορικά μάτια, αληθινά συγκινητικά. Σε κοιτάζει από περιωπής, όμως ούτε έρχεται σαν τον καλείς, ούτε φεύγει σαν τον διώχνεις. Πολλές φορές υποπτεύομαι πως δεν είναι καθόλου κουφός, μόνο είναι φοβερά ακατάδεχτος και δε θέλει να δίνει θάρρος σ΄όποιον- όποιον. Παράλληλα, όμως έχει ένα μεγάλο προτέρημα. Μιλιά δε βγάζει από το στόμα του.
΄Ισως γι΄αυτό τα μάτια του είναι τόσο εκφραστικά, όπως όλων των κουφών.

Σαν είναι λιακάδα, πηγαίνει και χουζουρεύει στο παραπέτο της ταράτσας. Παίρνει πόζα σαν κινηματογραφικός αστέρας μπροστά σε φωτογράφους και βλέπει ρομαντικά κατά το Λυκαβηττό. Κάπου-κάπου βγάζει τη γλώσσα του, που είναι ολοζώντανο ροδόφυλλο , και σιάχνει την ερμίνα του με αβρότατες κινήσεις. Βγαίνουν οι γειτόνοι και οι γειτόνισσες και τον καμαρώνουν. "Δείτε το Λούλη", λένε, και θαυμάζουν μπροστά στην τελειότητα της ομορφιάς του. "Κούκλο μου" τον προσφωνούν τα δουλικά της αντικρινής πολυκατοικίας. Αυτός δέχεται την λατρεία των ανθρώπων, σαν θεότητα που της οφείλεται ο φόρος αυτής της λατρείας. Τον βλέπεις και καταλαβαίνεις αμέσως γιατί οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν αυτά τα ζώα. Ο Λούλης, το δίχως άλλο,θα βαστάει η ράτσα του από κείνους τους ιερούς γάτους, που βρίσκουν ακόμα κι ακόμα οι αρχαιολόγοι στην κοιλάδα  των νεκρών Φαραώ, μπαλσαμωμένους αριστοτεχνικά, με την κοιλιά πααργεμισμένη αρχαίους παπύρους με στίχους της Σαπφούς και του Ανακρέοντα.

Πρέπει να πω ακόμα πως η αυλή του σπιτιού μου εκτιμάται πάρα πολύ απ΄το γατολόι της γειτονιάς. Τα χρόνια της καταχής είναι αλήθεια πως είχαν εξαφανιστεί όλες. Πρώτα εξαφανίστηκαν τα ποντίκια. Από πείνα, επειδή οι άνθρωποι έφαγαν όλα τα ψίχουλα. Κατόπι ήρθε η στρατιά  της αυτοκρατορίας του Μουσολίνι και τις έφαγε κι αυτές. Τις μετέβαλε σε μοσχοβολιστή γκιουβετσάδα, πριν προφτάσουν ν΄αποθάνουν από ασιτία μαζί με τους ιδιοκτήτες τους. Τώρα όμως πληθυναν πάλι ως η άμμος της θαλάσσης και στεφανώνουν με τη χάρη τους όλες τις μάντρες και τα παραπέτα των μεσότοιχων. ΄Ετσι η αυλή ξανάγινε εντευκτήριο του γατόκοσμου της γειτονιάς, και κάθε νύχτα τη μεταβάλλουν εις "ιδιαίτερο διαμέρισμα δι΄οικογενείας". ΄Οσο μεγαλώνει το φεγγάρι της Αθήνας, τόσο ανάβει η ερωτική μάχη. Θρήνοι και κοπετοί ολλύντων και ολλυμένων σκίζουν τον αέρα σ΄αυτές τις αισθηματικές συμπλοκές, κραυγές και επιθαλάμια. Τα μάτια τους φωσφορίζουν μέσα στη νύχτα , αναμμένες λαμπάδες του υμεναίου. Κάποτε κατρακυλάνε δεματιαστά από τη σιδερένια σκάλα της υπηρεσίας δίχως να λύσουν την περίπτυξή τους. Κατρακυλούν με πάταγο και οιμωγή, εκτελούντες  από την ανάποδη το δημοτικό στίχο "στη σκάλα π΄ανεβαίνεις ν΄ανέβαινα και γω" κλπ.
Το αποτέλεσμα απ΄αυτές τις ολονυχτίες δεν αργεί να φανεί , κ΄έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάποια γάτα γεννοβολάει μέσα στις κασσόνες, που είναι κάτω απ΄τη σιδερόσκαλα ή μέσα στο κοφίνι του πλυσταριού.

Φανταζόμουνα λοιπόν, μόλις εγκατεστάθηκε στα σύνορά μας ο ωραίος Λούλης, πως όλο το θηλυκό γατολόι της γειτονιάς θα χάσει το μυαλό μπροστά στα ολόχρυσα μάτια του πως θα το πιάσει ομαδική κρίση ερωτικού παραληρήματος μπροστά στο λοφίο της ουράς του. ΄Ενας τέτοιος γόης, λέγαμε, θα εκτοπίσει με την πρώτη όλους τους ερωτικούς αλήτες, και προπάντων εκείνον τον αισχρό Γιακουμή, που είναι ένας γάτος άσχημος και ισχνός σαν καμουτσί. Δεν κάνει καμιάν άλλη δουλειά από εραστής και περπατά ακροβατικά πάνω στην κόψη της μάντρας, με τη μαδημένη ουρά του οριζόντια τεντωμένη, σαν μακρύ νευρικό δάχτυλο που όλο τινάζεται σπασμωδικά. Ελέγαμε πως όλα τα θηλυκά θα του ριχτούν μόλις τον δούν, θα του μαδήσουν το χιονάτο γουναρικό για να του αποσπάσουν από ένα ξεσκίδι αναμνηστικό και θα στήσουν μεγάλο πόλεμο αναμεταξύ τους, ποιό θα καταχτήσει τον πρίγκιπα του Νείλου. Ε, εδώ είναι που κατάλαβα πόσο η αισθητική μας  είναι διαφορετική από την αισθητική του γένους των γάτων. Το αποτέλεσμα είταν όλως διόλου αντίθετο, από κείνο που περιμέναμε. Καμιά γάτα δε γύρισε να ρίξει μιά ματιά προς τον μεγαλοπρεπή πασσά, με όλες τις γούνες του, με όλα τα μουστάκια του, με όλες τις μεταξωτές φούντες και τις βεργολυγεράδες του. Και όμως είταν πραγματικά ένα ωραίο θέαμα, όταν ο Λούλης άρχισε να επιδείχνει τα κάλλη του.

Κοίταζε με περιφρόνηση όλους τους άρρενες που είχαν στήσει άγρυπνους διπλοσκοπούς στα γείσα και στις καμινάδες, περπατούσε  μαλακά πάνω στα βελουδένια πασουμάκια του, αναφουφούλιαζε τα πολυτελή γουναρικά του και ύψωνε το άσπρο τρόπαιο της ουράς του, κοιτάζοντας τις γάτες με τα ολόχρυσα μάτια του ακαταμάχητου αρσενικού. Και κείνες, ένα πλήθος σιχαμένες ψωρόγατες του λούμπεν προλεταριάτου των κεραμιδιών, με φανερά σημάδια από τον κατατρεγμό των δουλικών πάνω στην κακοπαθημένη προβιά τους, όλες, όλες, απέστρεψαν το πρόσωπον από τον παρελαύνοντα μερακλήν, χασμουργήθηκαν επιδειχτικά και έκαναν πως χτενίζονται. Μου φάνησε  μάλιστα πως μερικές εμειδίασαν ειρωνικά. ( Αν προσέξετε, θα δείτε πως οι γάτες έχουν κάποτε ένα είδος μειδιάματος στη μουρίτσα).

Ο Λούλης τις κοίταξε έκπληχτος. Στάθηκε ακίνητος και απορούσε. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί ένα τέτοιο μασκαραλίκι από τις Αθηναίες πληβείες. ΄Ανοιξε τα μάτια του ολοστρόγγυλα και κοίταζε. "Φαίνεται, σκέφτηκε, οι κακομοίρες δεν τολμούν να φανταστούν για τον εαυτό τους τόση ευτυχία, πώς γίνεται δηλαδή να κατέλθω μέχρι της τριμμένης φτωχής γούνας των και να ξεπέσω ως το χαμηλό κοινωνικό τους επίπεδο...".

Αυτά λέω να σκέφτηκε , και λοιπόν πήρε την απόφαση να δείξει εμπράκτως την καταδεχτικότητά του. Κούνησε χαιρετιστήρια τον θύσανο της ουράς του σα λάβαρο του έρωτα και έκανε να πλησιάσει τη Σπανή, με καταφανείς τρυφερές διαθέσεις. Σπανή δε εστί η πιό γρουσούζα γάτα της γειτονιάς, που απέκτησε το εκφραστικό της όνομα ύστερα από ένα οδυνηρό κατάβρεγμα με ζεματιστό νερό, με το οποίο την περιέλουσε  υπηρέτρια που πολλά έπαθε από τα αφεντικά της για την κλεπτομανία του τετραπόδου.

Η Σπανή διαιστάνθηκε τον επερχόμενον Αιγύπτιον πρίγκιπα. ΄Ανοιξε πρώτα το ένα μάτι της με περιέργεια, κατόπι άνοιξε και το άλλο με έκφραση προσβεβλημένης πατρικίας, και όταν ο Λούλης, απλοϊκός και αγαθός μέσα στην αυταρέσκειά του, τηνε πλησίασε ακόμη περισσότερο, η Σπανή τινάχτηκε ξαφνικά σαν ελατήριο ξαμολυμένο, τον άρπαξε με τα νύχια μεσ΄από τα περήφανα μουστάκια του και ούρλιαξε κατά μουτρά του όλες τις χυδαιότατες βρισιές που θα μπορούσε να ξεστομίσει μιά γάτα κακής ανατροφής.

Οι άλλοι αρσενικοί έκαναν πως δεν αντιλήφθηκαν καν τη σκηνή. Κείνος ο Γιακουμής προσποιότανε πως μύριζε  με τη μουντζούρικη μουσούδα του τον αέρα και μόνο το ένα αυτί του, που κινήθηκε, έδειχνε πως παρακολουθούσε το δράμα με την άκρη του ματιού του. Η ουρά του διέγραψε ένα τόξο δεξιά, δύο αριστερά. Ο Λούλης αποτραβήχτηκε περισσότερο έκπληχτος παρά τρομαγμένος. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νούς του. Και όμως η ίδια υποδοχή τον περίμενε με όλες τις γάτες της αυλής του, μόλις δοκίμαζε να τους εκμυστηρευτεί τα τρυφερά όνειρά του. Αδύνατο να ανεχθεί καμιά τους μηδέ το πιό αθώο φλερτ του πρίγκιπα.



Ο Λούλης ωστόσο δεν παύει  γι΄αυτό να είναι ένας γάτος πολύ εύρωστος, εξαιρετικά καλοθρεμμένος και με πληθωρική υγεία στα λυγερά μέλη του. ΄Ηρθε από την Αίγυπτο φέροντας κάτω από τα γουναρικά του όλη τη φλόγα της ερήμου και δεν εννούσε να παραδεχτεί τον εξευτελισμό. Μεταχειρίστηκε λοιπόν στο τέλος τα μεγάλα μέσα. ΄Αφησε τα υψηλά δώματα χτες βράδυ, κατέβηκε πάνοπλος στην αυλή μας και επεχείρησε την αρπαγή των Σαβίνων. Δϊχως να μιλά, χωρίς ν΄ακούει , τυφλωμένος απ΄το μεθύσι του ενστίκτου, χίμηξε πάνω στα θήλεα με τα νύχια και με τα δόνται, επιχειρώντας να εκφράσει δια βιαίας προσαγωγής τα καταπλημμυρούντα την καρδίαν του αισθήματα. Τότε δη τότε! Η αυλή μας, που ως τώρα είταν για το γατόκοσμο χώρος συνεντεύξεων και δημοτικόν μαιευτήριον, έγινε με μιάς πεδίο φοβερής μάχης. ΄Ολη η χύδην γατολογιά της γειτονιάς, αρσενικοί και θηλυκιές, ρίχτηκαν του Αιγύπτιου αριστοκράτη με αληθινή μανία. Φωνές, σκληριές, ξεφωνητά και θρήνος. Νόμιζε κανείς πως ολόκληρη χορωδία λυρικού θάτρου είχε μεταπηδήσει από την σκηνή στην αυλή μας. Ο θόρυβος είταν τέτοιος μέσα στη νύχτα, που ξύπνησαν όλοι οι γειτόνοι, μισάνοιξαν τα παραθυρόφυλλά και φώναζαν "ψιτι" και βλαστημούσαν. Ο μόνος ευτυχής που δεν άκουγε τον ορυμαγδό είταν ο ίδιος ο αίτιος του φοβερού συλλαλητηρίου.

Λοιπόν. Αυτή η ιστορία βαστάει ενάμισυ μήνα τώρα. Αρχίζει συνήθως μετά τα μεσάνυχτα και τελειώνει τα χαράματα. ΄Ολον αυτόν τον καιρό ο ωραίος Λούλης αγωνίζεται τον άγριον κι΄απελπισμένον αγώνα του να καταχτήσει την καρδιά μιάς απ΄αυτές τις σουρουλουλούδες, και δεν καταφέρνει τίποτα. ΄Ολες τον αποφεύγουν, όλες τρέχουν να σωθούν, όπου φύγει-φύγει, με ουρανομήκεις κραυγές αποτροπιασμού. Και όσοι απ΄τους γειτόνους, ακολουθώντας τους κανόνες υγιεινής, επιμένουν να κοιμούνται με ανοιχτό παράθυρο για να πλευριτωθούν με καθαρό αέρα, όλοι αναγκάστηκαν στο τέλος να κλείσουν τα παντζούρια τους, γιατί στις στιγμές του υπερτάτου κινδύνου, αυτές οι καταδιωκόμενες μέγαιρες,  δεν δίσταζαν να τρυπώνουν μέσα στις κρεβατοκάμαρες, γυρεύοντας τη σωτηρία τους από τις εκδηλώσεις του Λούλη κάτω από τα κρεβάτια και τις πολυθρόνες.

Δεν ξέρω, άν τούτη την εποχή, που καμιά οργάνωση δεν προστατεύει τους ανθρώπους, δρα ακόμα εκείνη η συμπαθητική "Εταιρεία των φίλων των Ζώων" που μας καλούσε μιά φορά το χρόνο στην αίθουσα του Παρνασσού ν΄ακούσουμε ρήτορες να μας μιλούν για τους "σιωπηλούς φίλους μας", και κατόπι πηγαίναμε σπίτι να φάμε τα παϊδάκια ενός αθώου αμνού. Και ακόμα αν δρά η οργάνωση δεν ξέρω ως πού φτάνει η μέριμνα των μελών της. Γιατί θα ήθελα να επικαλεστώ τη συμπονετική επέμβασή της στην περίπτωση που διηγήθηκα. ΄Οχι τόσο για τα ανυπόταχτα θήλεα που κυνηγιούνται, όσο για κείνο τον άμοιρο Λούλη.
Για τον ωραίο Αιγύπτιο με τα χιονόλευκα μπουρνούζια και τα εκστατικά μάτια, που δεν κοιμάται ο τάλας, από αγάπη, ού μην αλλά και δεν αφήνει ούτε τους άλλους να κοιμηθούν.


Στρατής Μυριβήλης
Το βυσινί βιβλίο
βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Η ΚΕΡΥΝΙΤΙΣ ΕΛΑΦΟΣ (Cerynitian hind and Hercules)

Αναπαράσταση του τρίτου άθλου από τον Άντολφ Σμιντ - Νέο Μουσείο Βερολίνου
Apollodorus, Library 2, Twelve Labours of Heracles2.5.3] 

As a third labour he ordered him to bring the Cerynitian hind alive to Mycenae. Now the hind was at Oenoe; it had golden horns and was sacred to Artemis; so wishing neither to kill nor wound it, Hercules hunted it a whole year. But when, weary with the chase, the beast took refuge on the mountain called Artemisius, and thence passed to the river Ladon, Hercules shot it just as it was about to cross the stream, and catching it put it on his shoulders and hastened through Arcadia. But Artemis with Apollo met him, and would have wrested the hind from him, and rebuked him for attempting to kill her sacred animal.Howbeit, by pleading necessity and laying the blame on Eurystheus, he appeased the anger of the goddess and carried the beast alive to Mycenae. 

In Greek mythology, the Ceryneian Hind (Greek: Κερυνίτιδα Έλαφος), also called Cerynitis or the Golden Hind, was an enormous hind (deer), who lived in Keryneia, Greece. It was sacred to Artemis, the chaste goddess of the hunt, animals and unmarried women. It had golden antlers like a stag and hooves of bronze or brass, and it was said that it could outrun an arrow in flight. The capture of the hind was one of the labors of Heracles (Hercules).

The Third Labor of Heracles

Eurystheus and Hera were greatly angered to find that Heracles had managed to escape from the claws of the Nemean Lion and the fangs of the Lernaean Hydra, and so decided to spend more time thinking up a third task that would spell doom for the hero. The third task did not involve killing a beast, as it had already been established that Heracles could overcome even the most fearsome opponents, so Eurystheus decided to make him capture the female Ceryneian Hind, as it was so fast it could outrun an arrow.
After beginning the search, Heracles awoke from sleeping and he could see the hind from the glint on its antlers. Heracles then chased the hind on foot for a full year through Greece, Thrace, Istria and the land of the Hyperboreans. In some versions, he captured the hind while it slept, rendering it lame with a trap net. In other versions, he encountered Artemis in her temple and she told him to leave the hind and tell Eurystheus all that had happened and his third labor would be considered to be completed. Yet another version claims that Heracles trapped the Hind with an arrow between the forelegs of the creature. And yet another version claims that Heracles ran after the hind for a year until the hind got so tired he picked it up and carried it back.
Eurystheus had given Heracles this task hoping to incite Artemis' anger at Heracles for his desecration of her sacred animal. As he was returning with the hind, Heracles encountered Artemis and her brother Apollo. He begged the goddess for forgiveness, explaining that he had to catch it as part of his penance, but he promised to return it. Artemis forgave him, foiling Eurystheus' plan to have her punish him.

 Heracles and Apollo struggling over the Hind, as depicted on a Corinthian helmet (early 5th century BC)

Upon bringing the hind to Eurystheus, he was told that it was to become part of the King's menagerie. Heracles knew that he had to return the hind as he had promised, so he agreed to hand it over on the condition that Eurystheus himself come out and take it from him. The King came out, but the moment Heracles let the hind go, it sprinted back to its mistress, and Heracles left saying that Eurystheus had not been quick enough. Eurystheus, upset that Heracles had managed to overcome yet another creature, told him to bring the fearsome Erymanthian Boar back to him alive.

Origin of the myth

A doe bearing antlers was unknown in Greece, but the story of the hind is suggestive of reindeer, which, unlike other deer, can be harnessed and whose females bear antlers. The myth relates to the northern Hyperborea, which may have been the archaic origin of the myth itself, as Robert Graves thought.

Constellation

When the sun is in the sign of Scorpio, the constellation Hercules rises. The Greeks referred to the constellation of Hercules as the Stag(hind is another word for doe), the identification of the constellation with Hercules was made by the Romans.
Wikipedia

...........................................................

Μουσείο Λούβρου

H Κερυνίτιδα Έλαφος είναι μυθικό πλάσμα που συναντάται σε διάφορους θρύλους της αρχαίας Ελλάδας, με γνωστότερο αυτόν της παγίδευσής της από τον Ηρακλή. Σχετίζεται με την Άρτεμη, η οποία ήταν η προστάτιδα θεά του.
Σύμφωνα με το μύθο, όταν η Άρτεμις ήταν ακόμη μικρή, είδε στο θεσσαλικό κάμπο πέντε ελαφίνες να βόσκουν. Θαμπωμένη από την ομορφιά τους, έπιασε τις τέσσερις και τις έζεψε στο άρμα της. Η πέμπτη, όμως, που είχε χρυσά κέρατα και έτρεχε πολύ γρήγορα, κατάφερε να ξεφύγει. Κατευθύνθηκε προς το νότο και μετά από μέρες, αφού πέρασε στην Πελοπόννησο, βεβαιώθηκε ότι ξέφυγε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κερύνειο Όρος, στα σύνορα μεταξύ Αρκαδίας και Αχαΐας. Τότε η Άρτεμις, θαυμάζοντας τον ελεύθερο και ατίθασο χαρακτήρα της, έθεσε το ζώο υπό την προστασία της.
Σύμφωνα με τους μελετητές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, ο μύθος της Κερυνίτιδος Ελάφου έχει μάλλον βόρεια προέλευση. Το ζώο στην πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με θηλυκό τάρανδο, αφού τα θηλυκά ελάφια είναι συγκριτικά μικρόσωμα, δεν έχουν κέρατα και δεν μπορούν να ζευχθούν σε άρμα. Συνεπώς, συμπεραίνεται ότι πρόκειται για εξελληνισμένο μύθο κάποιου βόρειου λαού. Στην άποψη συνηγορεί και ο μύθος του Ηρακλή (βλ. παρακάτω), αφού για να διαφύγει το ελάφι από τον ήρωα κατέφυγε στη γη των Υπερβορείων, κοντά στον αρκτικό κύκλο. Από την ίδια ευρύτερη περιοχή (Βαλτική Θάλασσα) οι Έλληνες εισήγαγαν ήλεκτρο (κεχριμπάρι), ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή. Στο χρώμα του ηλέκτρου είναι πιθανόν να οφείλεται ο θρύλος για τα χρυσά κέρατα του ελαφιού.

Ο τρίτος άθλος του Ηρακλή

Αναπαράσταση του τρίτου άθλου από τον Άντολφ Σμιντ - Νέο Μουσείο Βερολίνου
Αφού ο Ηρακλής σκότωσε τη Λερναία Ύδρα, παρουσιάσθηκε στον Ευρυσθέα για να αναλάβει την επόμενη «αποστολή εξιλέωσης». Βλέποντάς τον ζωντανό, ο Ευρυσθέας σοκαρίστηκε. Όταν συνήλθε, του ανέθεσε την επόμενη αποστολή: να του φέρει την Κερυνίτιδα Έλαφο. Προσδοκούσε ότι η ελαφίνα θα σκότωνε τον Ηρακλή - ακόμη όμως κι εάν ο ήρωας πετύχαινε το σκοπό του, η Άρτεμις θα εξοργιζόταν και θα τον σαΐτευε.
Ο Ηρακλής ανέλαβε την αποστολή, κατευθύνθηκε προς το βουνό που κατοικούσε το ζώο και το αναγνώρισε από τη λάμψη των κεράτων του. Ξέροντας ότι δεν θα μπορούσε να το προλάβει στο τρέξιμο, ούτε να το ακινητοποιήσει με τα όπλα του, αφού η ελαφίνα έτρεχε γρηγορότερα κι από βέλος, αποφάσισε να το εξαντλήσει. Όταν η ελαφίνα τον είδε, άρχισε να τρέχει προς τον βορρά, κι ο Ηρακλής ακολουθούσε ξοπίσω της. Ένα χρόνο κράτησε η καταδίωξη - περνώντας μέσα από τα εδάφη των Ελλήνων, των Θρακών και των Σκυθών, έφθασαν στη γη των Υπερβορείων. Εκεί το ελάφι, εξουθενωμένο από το τρέξιμο, σταμάτησε για να πιει νερό. Ο Ηρακλής άδραξε την ευκαιρία και το ακινητοποίησε. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του μύθου, που διασώζει ο Απολλόδωρος, ο Ηρακλής το συνέλαβε όταν αυτό προσπαθούσε να περάσει τον ποταμό Λάδωνα στην Αρκαδία[1].
Όταν η Άρτεμις έμαθε τι έγινε, εξοργίστηκε και φώναξε τον αδελφό της Απόλλωνα να τη βοηθήσει με τις σαΐτες του. Καθώς ο Ηρακλής επέστρεφε στην Ελλάδα, εμφανίστηκαν μπροστά του για να τον τιμωρήσουν. Ο Ηρακλής της ζήτησε συγχώρεση, εξηγώντας της το λόγο της πράξης του και δεσμευόμενος ότι μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του θα επέστρεφε το ελάφι στην προστάτιδα θεά του.
Πηγαίνοντας προς το παλάτι του Ευρυσθέα, έμαθε ότι ο βασιλιάς προόριζε το ελάφι για τον κήπο του και σκέφθηκε ένα τέχνασμα: Κάλεσε τον Ευρυσθέα να βγει έξω από το παλάτι ώστε να παραλάβει ο ίδιος το ελάφι. Βλέποντάς τον ο Ευρυσθέας τον συνεχάρη για την επιτυχία του - όταν όμως άπλωσε τα χέρια του για να το πάρει, ο ήρωας πήρε τα χέρια του από το ζώο και αυτό ταχύτατα έτρεξε προς την Άρτεμη. Έτσι, εκπλήρωσε τόσο την αποστολή του να φέρει την Κερυνίτιδα Έλαφο στον Ευρυσθέα, όσο και την υπόσχεσή του στην Άρτεμη ότι θα την επέστρεφε.BIKIΠΑΙΔΕΙΑ

Μιά τετράποδη ηρωίδα.




Και ένα γαϊδουράκι θα τους οδηγήσει ...

 Η ΄Ελλη , μία πεντάχρονη γαϊδουρίτσα κατάφερε να σώσει τρία άλογα και ένα ακόμη γαϊδουράκι από πυρκαγιά στο  High Park τον Ιούνιο του 2012 , και για το λόγο αυτό παρασημοφορήθηκε από τον οργανισμό  PetAid Colorado  .Μετά την τελετή βράβευσης ο ιδιοκτήτης του ζώου αφηγήθηκε την αξιοσημείωτη ιστορία του ηρωισμού της  κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς που έκαψε πάνω από 87.250 στρέμματα και κατέστρεψε  259 σπίτια .Η ΄Ελλη  και τα τέσσερα άλλα ζώα βοσκούσαν στην ιδιοκτησία ενός φίλου κοντά  στό Masonville , βορειοανατολικά του Ντένβερ , όταν ξέσπασε η φωτιά , η οποία προκλήθηκε από κεραυνό και εξελίχθηκε σε μιά από τις πιό πιο καταστροφικές πυρκαγιές του Κολοράντο .Η μοίρα της  ΄Ελλης και των συντρόφων της δεν ήταν γνωστή για μέρες , μέχρι που εντοπίστηκαν  από τους διασώστες σε ένα λιβάδι που  περιβαλλόταν από καμμένη γη.Οι διασώστες υπέθεσαν ότι η Έλλη είχε καταφέρει να κρατήσει την ομάδα ενωμένη και με τον τρόπο αυτό τους έσωσε όλους .


Άλλοι νικητές των βραβείων στην ίδια τελετή ήταν :Ο Fox , ένας σκύλος ο οποίος έμεινε στο πλευρό του ιδιοκτήτη του που προσβλήθηκε από καρκίνο καθ΄όλη την  διάρκεια της ασθενείας του.Ο Simon , ένας δεκάχρονος γάτος που έχει γεννηθεί με  σπονδυλική παραμόρφωση , και ωστόσο, έγινε γάτος θεραπείας  από το 2009 , βοηθώντας παιδιά που έχουν προβλήματα μυοσκελετικά.Η Δρ Τζέσικα Rychel , για την αφοσίωσή της προς έναν  παράλυτο σκύλο Αγίου Βερνάρδου , τον ​​Bruno , ο οποίος χάρις σ΄αυτήν περπάτησε και στην συνέχεια υιοθετήθηκε από την ίδια.Ο Jayme Nielson , εθελοντής  ο οποίος έχει εργαστεί για την προστασία των ζώων στην περιοχή του Ντένβερ  τα τελευταία 20 χρόνια . 

Η νεαρή Elizabeth Hauser , η οποία είναι παραγωγός ενός βίντεο με τίτλο , « Μια τρύπα στην καρδιά μου  , το οποίο έφτιαξε με σκοπό να βοηθήσει παιδιά που βιώνουν απώλεια κατοικιδίου.Ο Jim Crafts Εθελοντής της Χρονιάς - Δρ Stacey McVicker , ο οποίος βοηθά συστηματικά ιδιοκτήτες που δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε κτηνιατρικές υπηρεσίες ,στο νοσοκομείο ζώων PetAid όπου λαμβάνουν τη φροντίδα που χρειάζονται 

......................


And a donkey shall lead them.
Ellie, a 5-year-old donkey believed to have saved three draft horses and another donkey from perishing in the High Park fire in June, received a medal from PetAid Colorado Thursday night.
The companion animal of Greg and Michele Van Hare of Loveland was named an animal hero in an annual recognition program put on by the nonprofit animal welfare organization.
After the ceremony, the Van Hares told the remarkable story of animal heroism during the Larimer County wildfire that burned more than 87,250 acres and destroyed moe than 259 homes.
Ellie and the four other animals were pasturing on a friend's property near Masonville, northeast of Denver, when the fire broke out, Greg Van Hare said.
The Van Hares have a number on animals on their 3-1/2 acre property outside Loveland. "Michele was away working at a summer camp and pasturing some of them "made it easier on me," he said.
Then came a fateful lightning strike and the area near Masonville erupted in what became one of Colorado's largest and most destructive wildfires.
The fate of Ellie and her companions was not known for days.
"I had been telling people I had given up," Michele said.
Three days after the animals had last been seen, rescuers moving through the devastated landscape found them in a lush, green meadow, singed but alive. The meadow was encircled by blackened earth.
The rescuers surmised that Ellie had kept the group together and saved them all. The Van Hares believe it.
"She's very intelligent," said Greg."She's an amazing animal."
Ellie has been known to send large elk packing, he said. She just lowers her ears and slowly advances toward intruders and they flee.
Protection is Ellie's job, Michele said. And now she has a medal to show for it.
Thursay's program, titled "Colorado's Animal Heroes," is designed to celebrate the human/animal bond, according to Ralph Johnson, executive director of PetAid Colorado.
Other award winners were:
Human-animal bond - Fox, a dog who stayed by his cancer-stricken owner's side during the owner's health ordeal.
Service - Simon, a 10-year-old cat born with a spinal deformity, but who has been a registered therapy animal since 2009.
Human hero - Dr. Jessica Rychel, for her devotion and commitment to a paralyzed St. Bernard, Bruno, who now walks and has been adpted by Rychel.
Animal welfare volunteer - Jayme Nielson, who has worked on behalf of animals in the Denver area for the past 20 years.
Youth animal advocate - Elizabeth Hauser, who is producer of a video titled, “A Hole in my Heart: A Child’s Guide to Pet Loss.”
Jim Crafts Volunteer of the Year - Dr. Stacey McVicker, who has contributed many hours to ensure that pets whose owners cannot access veterinary services in PetAid's animal hospital receive the care they need.
(Note: The author volunteers for PetAid Colorado.)

 http://www.examiner.com/article/petaid-colorado-honors-hero-donkey-that-saved-four-animals-from-colorado-fire

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Tο τριζόνι Γρηγόριος Ξενόπουλος



 αναδημοσίευση από ΤΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ





Aπόψε δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τη ζέστη. Kι άκουγα το τραγούδι ενός γρύλου το μονότονο, αλλά γλυκό και δροσερό εκείνο κουδουνισματάκι, που τόσο θέλγητρο δίνει στις καλοκαιριάτικες νύχτες. Kι ήταν μια ωραία νύχτα η αποψινή. Aν και η ζέστη της ημέρας είχε κάμει την κάμαρα ανυπόφορη, γιατί οι τοίχοι κι η σκεπή διατηρούσαν ακόμα τη λαύρα του ήλιου, έξω φυσούσε μια δυνατή αύρα που σου δρόσιζε το κεφάλι μόλις το έβγαζες από το παράθυρο. O ουρανός είχε τ’ ωραιότερο σταχτογάλαζο χρώμα του, τ’ αστέρια έλαμπαν γλυκά και το μισοφέγγαρο ανάμεσά τους σκορπούσε στη γη τ’ ασημένιο του φως. Aυτό το φεγγαρόφωτο είχε γαργαλίσει και τον απονύχτερο γρύλο που δεν έπαυε το τραγούδι του. T’ άκουγα από το παράθυρο με όση ευχαρίστηση άφηνα να με δροσίζει η αύρα. Kι ενώ στην αρχή απολάμβανα το μεταλλικό ήχο, χωρίς να συλλογιέμαι καθόλου το αθόρυβο όργανο που τον έβγαζε, έπειτα ο νους μου αποζήτησε κι αυτό. Eννοώ το γρύλο που τραγουδούσε. Πού να ήταν; Φυλακισμένος σε κανένα κλουβάκι; ή κρυμμένος σε καμιά γωνιά του μανάβικου, που είχε φτάσει το πρωί με το φόρτωμα των καρπουζιών και των πεπονιών;
     Aυτό μου φαινόταν το πιθανότερο. O γρύλος θα ’ταν ελεύτερος να φύγει όπως ήρθε. Γιατί εδώ δεν πολυσυνηθίζουν να πιάνουν τα ωδικά αυτά έντομα, να τα βάζουν σε κλουβάκια και να τα τρέφουν για ν’ ακούν το τραγούδι τους.
     Στην πατρίδα μου όμως αυτό είναι μια από τις καλοκαιριάτικες χαρές των παιδιών.
     Στο δρόμο, όπως πουλούν σύκα και σταφύλια, πουλούν και γρύλους ή τριζόνια, όπως τους λέμε κει. Πουλούν ακόμη και κλουβάκια με τριζόνια.
     Όλα τα παιδιά... κλαίνε, ώσπου να τους δώσει η μητέρα δεκάρες για ν’ αγοράσουν. Kι έτσι όλα τα σπίτια έχουν από ένα τουλάχιστο κλουβάκι με τριζόνι, κρεμασμένο στο παράθυρο του δρόμου ή της αυλής.
     A, τι συναυλία είναι κείνη τις φεγγαροφώτιστες νύχτες του Iουλίου και του Aυγούστου! Kι αυτή τη συναυλία θυμόμουν, καθώς άκουγα απόψε το μονάκριβο γρύλο που τραγουδούσε κρυμμένος ανάμεσα στα φρούτα του μανάβικου...
     Mα και πόσα άλλα πράματα δε θυμόμουν μαζί! Kαι προπάντων τα τριζόνια και τα κλουβάκια τα δικά μου, τότε που ήμουν μικρό παιδί στην πατρίδα μου... Tι μανία που είχα! Tο πρώτο τριζόνι που έμπαινε στη χώρα έπρεπε να το αγοράσω εγώ. Kι από μέρες πριν του ετοίμαζα το κλουβάκι του, είτε επιδιορθώνοντας το περσινό, είτε αγοράζοντας καινούργιο, είτε κατασκευάζοντας ένα από την αρχή. Γιατί είχα αποκτήσει μια ειδικότητα στην κατασκευή αυτών των κλουβιών. Έπαιρνα δυο καπάκια από ξύλινα κουτιά λουμινιών, τέσσερα κομματάκια ξερή κληματόβεργα, καμιά δεκαριά φουρκέτες της μαμάς, και μ’ αυτά σού σκάρωνα μια φυλακή για το τριζόνι, που δεν ήταν μονάχα οχυρή, παρά έμοιαζε λίγο και με κομψοτέχνημα. Πρέπει όμως να ομολογήσω χωρίς ντροπή, ότι πιο κομψά, και προπάντων πιο στερεά, ήταν τα κλουβάκια που αγόραζα έτοιμα. A, πόσο συμπαθούσα το χωριάτη που έφερνε στη χώρα και πουλούσε τριζόνια!
     Ήταν, θυμούμαι, ένας νέος με γενάκια τόσο ξανθά όσο και η τρύπια του ψάθα. Mόλις έμπαινε το καλοκαίρι, κάθε φορά που τον έβλεπα φορτωμένο με διάφορα πράγματα, τον ρωτούσα:
     ― E, δε βγήκαν τα τριζόνια; Kαι μου απαντούσε:
     ― Όχι ακόμα!
     Eπιτέλους μια μέρα, παρουσιαζόταν μπροστά μου γελαστός κρατώντας μια κάλτσα. A, τι χαρά! Mέσα σ’ αυτή την κάλτσα είχε τα τριζόνια του. Δεν είχα παρά να διαλέξω... Tο μεγαλύτερο; Tο πιο όμορφο;... Όχι! Eκείνο που κελαηδούσε καλύτερα. Mα πώς, αφού ήταν μέρα και τα τριζόνια δεν κελαηδούν παρά τη νύχτα;
     Eυκολότατο! Έπαιρνα το τριζόνι, το έκλεινα στις δυο μου χούφτες και το χουχούλιζα λίγο από πάνω. Tου έκανα έτσι μια τεχνητή νύχτα χλιαρή. Kι εκείνο γελασμένο σήκωνε αμέσως τα φτεράκια του κι άρχιζε να τα τρίβει. Γιατί, καθώς ξέρετε, ο γρύλος δεν τραγουδεί με το στόμα, αλλά με τα φτερά που τα μεταχειρίζεται σαν κρόταλα. Έτσι μπορούσα να κρίνω ποιο από τα τριζόνια της κάλτσας είχε τα πιο ηχηρά, τα πιο δυνατά κρόταλα· και τ’ αγόραζα χωρίς πολλά παζάρια.
     Ποτέ ζωοτρόφος δεν περιποιήθηκε το ζώο του, όσο περιποιόμουνα εγώ το τριζονάκι μου! Tο κρεμούσα στο πιο δροσερό και το πιο προφυλαγμένο μέρος που μπορούσα να βρω. Ποτέ δεν έλειπε από το κλουβάκι του η φρέσκια αντράκλα, το καρπούζι, το αγγούρι, κι ό,τι άλλο έτρωγε ή ενόμιζα πως τρώει ο τραγουδιστής μου. Kαι ζούσε τόσο καλά, όσο μπορεί να ζει κανείς στη φυλακή.
     Mα τα τριζόνια και μάλιστα τα φυλακισμένα, δε ζουν, φαίνεται, πολύ. Kι ύστερα από λίγες μέρες, και προπάντων νύχτες χαράς, είχα τη μεγάλη, την ανέκφραστη παιδική λύπη να βρίσκω μιαν αυγή το τριζόνι μου ψόφιο, ξαπλωμένο ανάσκελα στο κλουβάκι του, ανάμεσα στις αντράκλες, και... μισοφαγωμένο από τα μερμύγκια που πλημμύριζαν ακόμα, ολόκληρο στράτευμα το κλουβάκι και την περιοχή του...
     ― Aχ! εφώναζα. Mου το ’φαγαν τα μερμύγκια!... Mου εξηγούσαν τότε, πως πρώτα είχε ψοφήσει και κατόπιν έτρεξαν τα μερμύγκια να φάνε το πτώμα. Mα αυτό δεν λιγόστευε τη λύπη μου, και προπάντων όταν η εποχή ήταν προχωρημένη κι ο ξανθογένης εκείνος δεν έμπαινε πια στη χώρα με την κάλτσα γεμάτη τριζόνια... Aλίμονο! κάθε πράγμα στον κόσμο έχει το τέλος του· και γι’ αυτό, ό,τι μας προξενεί μαι χαρά, είναι προορισμένο να μας προξενεί ύστερα, το ίδιο, και μια λύπη.
     Aυτά θυμόμουν την περασμένη νύχτα, ενώ δρόσιζα το κεφάλι μου στο παράθυρο με την αύρα, κι άκουγα το τραγούδι του γρύλου στο ασημένιο φεγγαρόφωτο...

(από το βιβλίο: Aρσινόη Tαμπακοπούλου, H κυψέλη. Aναγνωστικό E΄ Δημοτικού, Eκδοτικός οίκος Iωάννου N. Σιδέρη, 1933)