Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΓΥΠΤΟ






 Ο Διόδωρος Σικελιώτης έζησε μεταξύ του 90-30 π.χ και ήταν ΄Ελληνας ιστορικός και συγγραφέας. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ακριβής μετάφραση από τις παραγράφους 83-89 του πρώτου τόμου της πολύτομης και πολύτιμης Ιστορικής βιβλιοθήκης του,  και περιέχει σημαντικές και διαφωτιστικές πληροφορίες για την σχέση των ζώων και των ανθρώπων στην αρχαία Αίγυπτο.΄Απολαύστε την αφήγηση και ταξιδέψτε σε μιά εποχή που τα ζώα λατρεύονταν σαν θεοί.

83. Εκείνο που συμβαίνει με τα ιερά ζώα στην Αίγυπτο είναι λογικό να φαίνεται σε πολλούς παράδοξο και άξιο να ερευνηθεί. Οι Αιγύπτιοι σέβονται σε βαθμό υπερβολής μερικά ζώα, όχι μόνο ζωντανά αλλά και πεθαμένα. Σέβονται γάτες, ιχνεύμονες ( παρασιτικό έντομο) , σκύλους , γεράκια , κάτι πουλιά που ονομάζουν ίβεις, καθώς επίσης λύκους, κροκοδείλους και πολλά άλλα τέτοια, πράγμα τις αιτίες του οποίου θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε, αφού πρώτα αναφερθούμε επί τροχάδην στα ίδια τα ζώα. 
Πρώτα απ΄όλα, για κάθε είδος ζώου που λατρεύουν έχει αφιερωθεί περιοχή που αποφέρει έσοδα ικανά για τη φροντίδα και τη διατροφή του.Ευχόμενοι σε μερικούς θεούς οι Αιγύπτιοι υπέρ των παιδιών τους που γλίτωσαν από αρρώστια, ξυρίζουν τα μαλλιά τους , τα ζυγίζουν με ασήμι ή χρυσάφι και προσφέρουν το αντίτιμο σ΄εκείνους που φροντίζουν τα εν λόγω ζώα. Εκείνοι για τα γεράκια κόβουν κρέας, τα καλούν φωνάζοντας δυνατά και τους το ρίχνουν στον αέρα έως ότου το αρπάξουν, στις γάτες και στους ιχνεύμονες τρίβουν ψωμί μέσα σε γάλα και τους σφυρίζουν να το φάνε, ή κόβουν ψάρια από τον Νείλο σε κομμάτια και τους τα δίνουν ωμά. Το ίδιο και σε όλα τα υπόλοιπα ζώα φροντίζουν να τους δίνουν την αντίστοιχη τροφή. ΄Οσο για τις δουλειές που απαιτεί η φροντίδα τόσων ζώων δεν τις αποφεύγουν και δεν θεωρούν ότι αν τους δει ο λαός θα γίνουν καταγέλαστοι, αντίθετα νιώθουν περήφανοι ως να αποδίδουν τις μεγαλύτερες τιμές στους θεούς και περιέρχονται με ειδικά σύμβολα πόλεις και χωριά. Επειδή φαίνεται από μακριά ποιο ζώο φροντίζουν , όσοι τους συναντούν τους προσκυνούν και τους τιμούν.
Όταν πεθάνει κάποιο από τα εν λόγω ζώα, το σαβανώνουν με λινό και χτυπώντας τα στήθη και θρηνώντας το πηγαίνουν στους βαλσαμωτές. Εκείνοι αφού περιποιηθούν το σώμα του με λάδι κέδρου και άλλα υλικά που  δίνουν ευωδιά και εγγυώνται μακροχρόνια διαφύλαξη του σώματος, το θάβουν σε ιερό τάφο. ΄Οποιος σκοτώσει τέτοιο ζώο εκουσίως τον τιμωρούν με θάνατο, εκτός αν σκοτώσει γάτα ή ίβι, οπότε, είτε το έκανε εκούσια είτε κατά λάθος, θανατώνεται οπωσδήποτε. Ο κόσμος τρέχει κατά πάνω του με άγριες διαθέσεις, τον βασανίζει ανελέητα και συχνά τον σκοτώνει χωρίς δίκη. Από τον φόβο τούτων ακριβώς των συνεπειών, όσοι δουν ψόφιο κάποιο απ΄αυτά τα ζώα φεύγουν μακριά θρηνώντας δυνατά και διαμαρτύρονται ότι το βρήκανε πεθαμένο. Τόσο συνυφασμένη είναι με την ψυχή του κόσμου η δεισιδαιμονία γι΄αυτά τα πλάσματα και τόσο αμετάβλητη παραμένει η στάση του απέναντί τους, ώστε την εποχή που ο βασιλιάς Πτολεμαίος δεν προσαγορευόταν ακόμη «φίλος» από τους Ρωμαίους, τότε που ο κόσμος έκανε τα πάντα για να περνάνε καλά όσοι είχαν έλθει από την Ιταλία και πρόσεχε να μη δώσει καμιά αφορμή για παράπονα ή πόλεμο, ένας Ρωμαίος σκότωσε μια γάτα, μαζεύτηκε ο κόσμος στο σπίτι του δράστη και μήτε οι άρχοντες που έστειλε ο βασιλιάς για να τους αποτρέψει , μήτε ο φόβος που είχαν όλοι για τη Ρώμη, στάθηκαν ικανά να αποφύγει ο άνθρωπος την τιμωρία, παρά το ότι το είχε κάνει κατά λάθος. Ετούτο δεν το αναφέρουμε επειδή το ακούσαμε, αλλά το είδαμε με τα μάτια μας κατά την επίσκεψή μας στην Αίγυπτο.
                                                                         
(© Μουσείο του Μπρούκλιν)
Αυτό το χάλκινο φέρετρο που χρονολογείται μεταξύ 664 και 30 π.Χ. απεικονίζει μια Ίβη, το πιο κοινό είδος του ζώου μουμιοποιημένου ζώου στην αρχαία Αίγυπτο.(absurdum.gr)

84.΄Αν τούτα φάνηκαν απίστευτα και παραμύθια σε πολλούς, πιο εξωφρενικά ακόμη θα τους φανούν όσα πρόκειται να ειπωθούν. Κάποτε που στην Αίγυπτο έπεσε πείνα, πολλοί , λένε, Αιγύπτιοι έφαγαν , μέσα στις στερήσεις τους, ο ένας τον άλλο, κανένας όμως δεν ακούστηκε να άγγιξε ποτέ ιερό ζώο. Αν τώρα τύχει και βρεθεί σκυλί πεθαμένο σε σπίτι, όσοι ζουν στο σπίτι, ξυρίζουν όλο τους το σώμα και κρατάνε  πένθος, και το πιο καταπληκτικό, αν τύχει στο σπίτι που ξεψύχησε το ζωντανό να υπάρχει κρασί ή στάρι ή οτιδήποτε αναγκαίο για τη ζωή , δεν το χρησιμοποιούν σε καμιά περίπτωση. Αν πάλι τύχει να έχουν εκστρατεύσει σε άλλη χώρα, εξαγοράζουν τις γάτες και τα γεράκια και τα φέρνουν στην Αίγυπτο κι αυτό το κάνουν ακόμη κι αν τους τελειώνουν τα εφόδια. ΄Οσα συνδέονται με τις τελετές προς τιμήν του ΄Απι  στη Μέμφιδα, του Μνεύι στην Ηλιούπολη και του τράγου στη Μένδη, καθώς και του κροκόδειλου στη λίμνη του Μοίριδος αλλά και του λιονταριού που εκτρέφουν στη λεγόμενη Λεοντόπολη και πολλά άλλα παρόμοια, είναι εύκολο να τα διηγηθώ αλλά πολύ δύσκολο να τα πιστέψει όποιος δεν τα έχει δει. Γιατί όλα τούτα τρέφονται μέσα σε ιερούς περιβόλους και τα φροντίζουν πολλοί εξέχοντες άνθρωποι προσφέροντάς τους τις ακριβότερες τροφές σιμιγδάλι ή πληγούρι βρασμένο σε γάλα και γλυκίσματα κάθε είδους καμωμένα με μέλι και κρέας χήνας, που το βράζουν ή το ψήνουν , και μ΄αυτά τα θρέφουν συνεχώς. Για τα σαρκοφάγα ζώα πιάνουνε πουλιά και τους προσφέρουν και δείχνουν γενικά μεγάλη φροντίδα στο να είναι εκλεκτή η τροφή. Δεν παραλείπουν να τους κάνουν λουτρά χλιαρά, να τα αλείφουν με τα καλύτερα αρώματα και να τα θυμιατίζουν  με ποικίλες ευωδίες, παρέχοντάς τους επίσης τα πολυτελέστερα στρωσίδια που τα στολίζουν με πολυτέλεια και φροντίζουν σχολαστικά το ζευγάρωμά τους, σύμφωνα με τη φύση του καθενός γι΄αυτό το λόγο, μαζί τους συντηρούν και τα ωραιότερα θηλυκά του ιδίου είδους, τα οποία ονομάζουν παλλακίδες , και τα περιποιούνται με μεγάλες δαπάνες και υπηρεσίες. 
 Αν πεθάνει κάποιο από τα ζώα, πενθούνε σαν να χάσανε αγαπημένο παιδί και δεν το θάβουν σύμφωνα με την οικονομική τους δυνατότητα, αλλά ξοδεύουν πολύ περισσότερα απ΄όσο αντέχει η περιουσία τους. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου , για παράδειγμα, μόλις είχε παραλάβει την Αίγυπτο ο Πτολεμαίος του Λάγου, έτυχε να πεθάνει στη Μέμφιδα ο ΄Απις από γηρατειά. Εκείνος που είχε την επιμέλεια του ζώου δεν ξόδεψε για την κηδεία μόνον ολόκληρο το αρκετά μεγάλο ποσό της χορηγίας που είχε διατεθεί για τη συντήρησή του, αλλά δανείστηκε και πενήντα ασημένια τάλαντα από τον Πτολεμαίο. Ακόμα και σήμερα μερικοί που συντηρούν τούτα τα ζώα , έχουν δαπανήσει για την τροφή τους όχι λιγότερα από εκατό τάλαντα.



85. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και όσα υπολείπονται σχετικά με τις τελετές για τον ιερό ταύρο τον ονομαζόμενο ΄Απι. ΄Όταν, λοιπόν, πεθάνει και θαφτεί με μεγαλοπρέπεια , οι εντεταλμένοι ιερείς αναζητούν ένα μοσχάρι με χαρακτηριστικά παραπλήσια του απελθόντος. ΄Οταν βρεθεί, σταματάει το πένθος και οι αρμόδιοι ιερείς οδηγούν το μοσχάρι πρώτα στη  Νειλόπολη, όπου το τρέφουν επί σαράντα μέρες, έπειτα το βάζουν σε πολυτελή θαλαμηγό που φέρει επιχρυσωμένη καμπίνα και το ανεβάζουν σαν θεό στη Μέμφιδα, στο τέμενος του Ηφαίστου. Τις προηγούμενες σαράντα ημέρες το βλέπουν μόνο γυναίκες, που στέκονται αντίκρυ του και του δείχνουν, σηκώνοντας τα ρούχα τους, τα γεννητικά τους όργανα, ενώ όλο τον υπόλοιπο καιρό τους είναι απαγορευμένο να εμαφνίζονται σ΄ετούτο το θεό. Αιτία για τη λατρεία τούτου του μοσχαριού σύμφωνα με μερικούς είναι ότι πεθαίνοντας ο ΄Οσιρις, η ψυχή του μπήκε σ΄αυτό τον ταύρο και μέχρι σήμερα περνάει στα επόμενα ζώα με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι όταν σκοτώθηκε ο ΄Οσιρις από τον Τυφώνα, η ΄Ισις μάζεψε τα μέλη του και τα έβαλε μέσα σε ξύλινη αγελάδα, τυλιγμένη με ύφασμα, από την ονομασία του οποίου ονομάστηκε Βούσιρις και η πόλη. Υπάρχουν και πολλές ακόμη ιστορίες για τον ΄Απι , αλλά θα πήγαινε πολύ να τις αναφέραμε όλες.



86.Με όλες ετούτες τις τελετουργίες , τις θαυμαστές και απίστευτες, προς τα ζώα που λατρεύουν , οι Αιγύπτιοι δημιουργούν μεγάλες δυσκολίες σ΄όσους αναζητούν τις αιτίες τους. Από τη μια οι ιερείς είναι εντελώς δογματικοί ως προς το απόρρητο περί αυτών, για το οποίο μιλήσαμε κατά την περιγραφή της θεολογίας τους, κι΄από την άλλη η πλειοψηφία των Αιγυπτίων αναφέρει τρεις αιτίες, από τις οποίες η πρώτη είναι τελείως μυθώδης και θυμίζει ακριβώς αρχαϊκή απλοϊκότητα.Λένε , λοιπόν, πως οι πρώτοι πρώτοι θεοί ήταν λίγοι και δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με το πλήθος και την ανομία των γηγενών ανθρώπων, γι΄αυτό πήραν τη μορφή κάποιων ζώων κι έτσι γλίτωσαν από την ωμότητα και τη βία τους. Αργότερα , όταν επικράτησαν στον κόσμο και κάνοντας χάρη σ΄εκείνα που  τους είχαν γλιτώσει τότε στην αρχή, αναγόρευσαν ιερά τα είδη με τα οποία είχαν αφομοιωθεί και υπέδειξαν στους ανθρώπους να τα διατρέφουν με πολυτέλεια, όσο ζουν, και να τα θάβουν, όταν πεθαίνουν.
Δεύτερη αιτία αναφέρουν ότι παλαιά οι Αιγύπτιοι, επειδή υπήρχε αταξία στα στρατόπεδά τους κι είχαν χάσει πολλές μάχες από τους γείτονες, επινόησαν να έχει κάθε τάγμα τα σύμβολά του. Λένε λοιπόν ότι κατασκεύασαν ομοιώματα των ζώων  που τιμούν σήμερα, τα έμπηξαν σε κοντάρια  και τα έφεραν οι αρχηγοί τους, και μ΄αυτό τον τρόπο ήξεραν σε ποια μονάδα ανήκε ο καθένας. Επειδή τούτη η ευταξία συνέβαλε πάρα πολύ στη νίκη, θεώρησαν πως τα ζώα ήταν η αιτία της σωτηρίας τους. Θέλοντας οι άνθρωποι να τους δείξουν την ευγνωμοσύνη τους καθιέρωσαν τη συνήθεια να μην σκοτώνουν κανένα από τα ζώα, το ομοίωμα του οποίου είχαν χρησιμοποιήσει, αλλά να τα σέβονται και να τους αποδίδουν τη φροντίδα και την τιμή που αναφέραμε.





87.    Τρίτη αιτία  του φαινομένου επικαλούνται τη χρησιμότητα που προσφέρει καθένα απ΄αυτά τα ζώα προς όφελος της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Η αγελάδα, για παράδειγμα, γεννάει ζώα καματερά και οργώνει τη μαλακή γη, τα πρόβατα γεννούν δυο φορές τον χρόνο και με το μαλλί  μας προσφέρουν ρούχα και σεμνή εμφάνιση, ενώ με το γάλα και το τυρί μας παρέχουν τροφές νόστιμες και άφθονες. Ο σκύλος, πάλι, είναι χρήσιμος στο κυνήγι και στη φύλαξη. Εξ΄αυτού παριστάνουν με κεφαλή σκύλου και τον θεό τους που τον λένε ΄Ανουβι, δείχοντας πως ήταν σωματοφύλακας του ΄Οσιρι και της ΄Ισιδος. Μερικοί λένε επίσης ότι όσον καιρό η ΄Ισις αναζητούσε τον ΄Οσιρι, πήγαιναν μπροστά της σκυλιά διώχνοντας τα αγρίμια και τους διαβάτες και βοηθώντας στην έρευνά της, επειδή την αγαπούσαν, γαβγίζοντας γι΄αυτό και στην γιορτή της ΄Ισιδος προπορεύονται της πομπής σκυλιά, θέλοντας εκείνοι που καθιέρωσαν το έθιμο να δείξουν την παλαιά ευεργεσία του ζώου. Η γάτα είναι χρήσιμη για την ασπίδα, που το δάγκωμά της είναι θανατηφόρο, και για τα υπόλοιπα ερπετά που δαγκώνουν, ενώ ο ιχνεύμονας παρακολουθεί πού αφήνουν οι κροκόδειλοι τα αβγά τους και τα συντρίβει, πράγμα που κάνει με επιμέλεια και ζήλο χωρίς δικό του όφελος. ΄Αν κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, το ποτάμι θα ήταν άβατο από το πληθος των κροκοδείλων που θα γεννιώνταν. Οι κροκόδειλοι καταστρέφονται από το εν λόγω ζώο με παράδοξη και εντελώς απίστευτη μέθοδο. Οι ιχνεύμονες κυλιούνται στη λάσπη κι όταν οι κροκόδειλοι κοιμούνται στην ξηρά με το στόμα ανοιχτό, πηδούν μέσα και χώνονται στο σώμα τους. Έπειτα τρυπάνε με ταχύτητα την κοιλιά τους τρώγοντάς τη κι οι ίδιοι βγαίνουν σώοι, ενώ τα θύματά τους ψοφάνε αμέσως. Από τα πουλιά η ίβις είναι χρήσιμη επειδή καταστρέφει φίδια, ακρίδες και κάμπιες , ενώ το γεράκι σκοτώνει σκορπιούς, κεραστές και τα μικρά ζώα που το τσίμπημά  τους είναι θανατηφόρο για τους ανθρώπους. Μερικοί λένε επίσης πως τούτο το ζώο τιμάται, επειδή οι μάντεις χρησιμοποιούν ως οιωνούς τα γεράκια και προλέγουν τα μέλλοντα στους Αιγυπτίους. ΄Αλλοι υποστηρίζουν πως στα αρχαία χρόνια ένα γεράκι έφερε στους ιερείς στις Θήβες βιβλίο δεμένο με πορφυρή κορδέλα, που είχε γραπτές οδηγίες για τη λατρεία και τις τιμές προς τους θεούς. Γι΄αυτό και οι ιερογραμματείς φοράνε στο κεφάλι πορφυρή κορδέλα και φτερό γερακιού. ΄Οσο για τον αετό οι Θηβαίοι τον τιμούν, επειδή θεωρείται ζώο βασιλικό, αντάξιο του Δία.




88.    Ο τράγος θεοποιήθηκε, για τον λόγο που λατρεύεται στους ΄Ελληνες ο Πρίαπος, για το γεννητικό του μόριο, διότι αφ΄ενός τούτο το ζώο έχει μεγάλη ροπή προς τη συνουσία και αφ΄ετέρου το σωστό είναι να τιμάται το μέρος του σώματος που είναι αίτιο για τη γέννηση της ζωής, ως η αρχέγονη γενεσιουργός αιτία της ύπαρξης των ζώων. Γενικά, το ανδρικό γεννητικό μόριο δεν τιμάται σε τελετές μόνο από τους Αιγυπτίους αλλά και από ουκ ολίγους λαούς, ως αιτία της γέννησης των ζώντων όσοα για τους ιερείς που παρέλαβαν τις πατρογονικές λατρείες στην Αίγυπτο λένε ότι πρώτα σε τούτο τον θεό μυήθηκαν. Λένε επίσης πως οι Πάνες και οι Σάτυροι για την ίδια αιτία τιμώνται από τους ανθρώπους γι΄αυτό και οι περισσότεροι αφιερώνουν προς τιμήν τους αγάλματα στα ιερά με ορθωμένο τον φαλλό, που να μοιάζει με του τράγου. Επειδή κατά την παράδοση τούτο το ζώο έχει τη μεγαλύτερη σεξουαλική δραστηριότητα κατά συνέπεια, με τούτη την απεικόνιση τους ευχαριστούν για την δική τους πολυτεκνία. ΄Οσο για τους ιερούς ταύρους, εννοώ τον ΄Απι και τον Μνεύι, τιμούνται όπως οι θεοί, καθώς όρισε ο ΄Οσιρις , τόσο για τη χρησιμότητά τους στη γεωργία όσο και γιατί, με τον κόπο τούτων των ζώων, παραδόθηκε στις επόμενες γενιές η δόξα εκείνων που πρώτοι ανακάλυψαν τους καρπούς της γης, και διατηρήθηκε στον αιώνα τον άπαντα. Μόνο τα κοκκινότριχα βόδια επιτρέπεται να θυσιάζουν, επειδή πιστεύουν πως αυτό το χρώμα είχε ο Τυφώνας που σκότωσε τον ΄Οσιρι και τιμωρήθηκε από την ΄Ισιδα για τον φόνο του άντρα της. Λένε ότι παλαιά οι βασιλιάδες θυσίαζαν στον τάφο του ΄Οσιρι και τους ανθρώπους που είχαν ίδια χρώματα με τον Τυφώνα. Κι ανάμεσα στους Αιγυπτίους είναι λίγοι οι κοκκινοτρίχηδες ενώ στους ξένους είναι οι περισσότεροι , πράγμα που ενίσχυσε τον μύθο ανάμεσα στους ΄Ελληνες ότι ο  Βούσιρις σκότωνε τους ξένους, αν και Βούσιρις δεν λεγόταν κάποιος βασιλιάς αλλά στην τοπική γλώσσα ο τάφος του ΄Οσιρι. ΄Οσο για τους λύκους λένε πως τους τιμούν, επειδή μοιάζουν με τα σκυλιά κι επειδή λίγο διαφέρουν στη φύση τούτα τα ζώα, μπορούν να ζευγαρώνουν μεταξύ τους και να δίνουν απογόνους. Οι Αιγύπτιοι έχουν και μια άλλη, πιο μυθική εκδοχή που εξηγεί γιατί τιμούν τούτο το ζώο. Λένε , λοιπόν, ότι παλαιά, όταν η ΄Ισιδα με τον γιό της τον Ώρο επρόκειτο να πολεμήσει με τον Τυφώνα, ήρθε βοηθός στη γυναίκα και το παιδί του από τον ΄Αδη ο ίδιος ο ΄Οσιρις με μορφή λύκου, έτσι, με τον θάνατο του Τυφώνα, οι νικητές υπέδειξαν να τιμάται το ζώο που μόλις εμφανίστηκε ακολούθησε η νίκη. ΄Αλλοι πάλι λένε πως κάποτε που εκστράτευσαν εναντίον της Αιγύπτου οι Αιθίοπες, μαζεύτηκαν πολυπληθείς αγέλες λύκων και έδιωξαν τους  εισβολείς από τη χώρα, πέρα από την πόλη που ονομάζεται Ελεφαντίνη. Γι΄αυτό κι εκείνος ο νομός ονομάστηκε Λυκοπολίτης και τα εν λόγω ζώα κέρδισαν τις τιμές.


89.Απομένει να μιλήσουμε για τη θεοποίηση των κροκοδείλων, για την οποία απορούν και οι περισσότεροι άνθρωποι , πώς, ενώ τούτα τα θηρία είναι ανθρωπόφαγα, ορίστηκε με νόμο να τιμούνται ίσα με τους θεούς ζώα με τόσο θηριώδη φύση. Λένε, λοιπόν, πως η οχύρωση της χώρας δεν οφείλεται μόνο στον ποταμό αλλά κυρίως στους κροκοδείλους που ζουν μέσα του. Έτσι οι ληστές από την Αραβία και τη Λιβύη δεν τολμούσαν να περάσουν τον Νείλο, επειδή φοβούνταν το πλήθος των θηρίων πράγμα που δεν θα γινόταν ποτέ, αν καταδίωκαν τούτα τα ζώα και τα αφάνιζαν όσοι ψαρεύουν με δίχτυα. Υπάρχει και άλλη ιστορία για τούτα τα θηρία. Λένε μερικοί πως ένας από τους αρχαίους βασιλιάδες, ο λεγόμενος Μηνάς, καταδιώχτηκε από τα σκυλιά του και κατέφυγε στη λίμνη του Μοίριδος, όπου παραδόξως ένας κροκόδειλος τον πήρε επάνω του και τον έβγαλε στην αντίπερα όχθη. Θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη στο ζώο που τον έσωσε ίδρυσε πόλη εκεί κοντά και την ονόμασε Πόλη των Κροκοδείλων .Υπέδειξε στους ντόπιους να τιμούν τούτα τα ζώα ως θεούς και τους αφιέρωσε τη λίμνη για να τρέφονται .εκεί έφτιαξε και τον τάφο του, στήνοντας τετράπλευρη πυραμίδα, και οικοδόμησε τον λαβύρινθο που τόσοι θαυμάζουν.
Παρόμοια πράγματα λένε και για τα υπόλοιπα έθιμά τους, αλλά θα ήταν σχοινοτενές αν γράφαμε λεπτομέρειες για το καθένα τους. Ότι διατηρούν τούτα τα έθιμα, ένεκα της ωφέλειας που έχουν για τη ζωή τους είναι φανερό σε όλους από το ότι μερικοί δεν αγγίζουν πολλά είδη τροφής. Μερικοί, για παράδειγμα, δεν δοκιμάζουν καν φακές, άλλοι κουκιά κι άλλοι τυρί ή κρεμμύδια ή άλλα τρόφιμα, από τα πολλά που υπάρχουν στην Αίγυπτο, δείχνοντας μ΄αυτό τον τρόπο πως πρέπει να μάθουν να απέχουν από χρήσιμα πράγματα, διότι αν όλοι έτρωγαν απ΄όλα, κανένα βρώσιμο είδος δεν θα επαρκούσε. Μερικοί επικαλούνται και άλλες αιτίες λέγοντας πως στα χρόνια των αρχαίων βασιλιάδων πολλές φορές ο κόσμος επαναστατούσε και ενωνόταν εναντίον των ηγετών του. Ένας βασιλιάς, λοιπόν, που ήταν πιο συνετός χώρισε τη χώρα σε πολλά μέρη και υπέδειξε στους κατοίκους του κάθε μέρους να σέβονται κάποιο συγκεκριμένο ζώο και να απέχουν από κάποια συγκεκριμένη τροφή, ώστε αφού κάποιοι θα σέβονταν κάτι που οι άλλοι θα καταφρονούσαν, δεν θα ομονοούσαν ποτέ όλοι οι Αιγύπτιοι. Πράγμα που είναι φανερό από τα αποτελέσματα, γιατί όλοι όσοι γειτονεύουν έχουν διαφορές μεταξύ τους που προκαλούνται από τις διαφορές των εθίμων που αναφέραμε.


89.   Μερικοί αναφέρουν και την εξής αιτία για τη θεοποίηση των ζώων. Αρχικά, όταν οι άνθρωποι σταμάτησαν να ζούνε σαν τα αγρίμια και συγκεντρώθηκαν σε ομάδες, στην αρχή συνέχισαν να τρώγονται και να  πολεμούν μεταξύ τους, και πάντα ο δυνατότερος νικούσε τον ασθενέστερο αργότερα, όμως, όσοι υστερούσαν σε δύναμη διδάχτηκαν από το συμφέρον τους , συσπειρώθηκαν και όρισαν σύμβολα αναγνώρισης από τα ζώα που θεοποιήθηκαν στη συνέχεια , καθώς όλοι όσοι είχαν λόγους να φοβούνται συγκεντρώνονταν υπό το σύμβολο, κατάφεραν να γίνουν δύναμη καθόλου ευκαταφρόνητη στους επιτιθέμενους. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι, οπότε χωρίστηκαν οι άνθρωποι σε συντεταγμένες ομάδες και στο ζώο που για τον καθένα έγινε αιτία να σωθούν απέδωσαν θεϊκές τιμές, μιας και τόσο τους είχε ευεργετήσει, γι΄αυτό μέχρι σήμερα οι λαοί των Αιγυπτίων είναι έτσι χωρισμένοι ώστε να τιμούν τα δικά τους ζώα που καθιερώθηκαν από την αρχή.
Γενικά λένε πως οι Αιγύπτιοι , περισσότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ευγνωμονούν ό,τι τους ευεργετεί γιατί εκτιμούν, ως μεγάλη βοήθεια στη ζωή την ανταπόδοση της ευεργεσίας, επειδή είναι ολοφάνερο πως όλοι θα έχουν διάθεση να ευεργετήσουν κυρίως εκείνους που βλέπουν ότι θα εκτιμήσουν περισσότερο την ευεργεσία. Για τις ίδιες αιτίες οι Αιγύπτιοι θεωρούν τους βασιλιάδες τους άξιους προσκύνησης και τους θεωρούν στ΄αλήθεια θεούς, γιατί απ΄τη μια πιστεύουν πως δεν απέκτησαν όλην αυτή την εξουσία χωρίς κάποια θεϊκή παρέμβαση κι απ΄την άλλη πως όσοι επιθυμούν και μπορούν τα μέγιστα να ευεργετούν τον κόσμο μετέχουν της θεϊκής φύσης. Αν και είπαμε πάρα πολλά για τα θεοποιημένα ζώα, ωστόσο διευκρινήσαμε κάποια έθιμα των Αιγυπτίων από εκείνα που προκαλούν τον μεγαλύτερο θαυμασμό.
  


 Διόδωρος Σικελιώτης βίβλος α΄
«ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Ο ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ




Το  βίντεο  που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ. Γυρίστηκε το 1928 και " «κάθε σκηνή είναι ένα διαμάντι χιούμορ, αυθορμητισμού και διάνοιας», όπως έγραψε η εφημερίδα New York Daily News,την ίδια χρονιά. Η συγκεκριμένη σκηνή με το κλουβί του λιονταριού , ήταν η πιό δύσκολη και επίπονη της καριέρας του , χρειάστηκε δε για να ολοκληρωθεί , 200 επαναλήψεις  ! Απολαύστε την και θαυμάστε την δεξιοτεχνία του μεγάλου καλλιτέχνη , αλλά και την υποκριτική ικανότητα και χάρι του τετράποδου συμπρωταγωνιστή.

 

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Λουλού , η τιμία




(Ένα χρονογράφημα του Παύλου Νιρβάνα του έτους 1940)

Γνωστή ζωόφιλος κυρία μας παρουσίασε προ ολίγων ημερών, την αγαπημένη της γατούλα. Εννοείται, ότι εσπεύσαμεν να εξυμνήσωμεν την ωραιότητά της, τα έξυπνα ματάκια της, την βελουδένια  απαλότητα του τριχώματός της και το σεξ- απήλ του χαριτωμένου ζώου.
-Αυτά δεν είναι τίποτε…μας είπεν η  καλή κυρία  Το μεγαλύτερο χάρισμα της Λουλούς είναι η τιμιότης της.

Η Λουλού είναι τιμία, στην κυρίαν σημασίαν της λέξεως. Απλούστατα, δεν κλέβει. Ποτέ δεν παίρνει τίποτε, χωρίς να δικαιούται να το πάρει. Μπορείτε να την βάλετε επάνω σ ΄ένα τραπέζι με τα ορεκτικότερα μπαρμπούνια. ΄Όχι μόνον δεν θα τα αγγίξει, αλλά και θα τα περιφρουρήσει από τας αρπακτικάς διαθέσεις των άλλων γάτων. Η τιμιότης της φθάνει σε τέτοιο σημείον, ώστε και αν της προσφέρετε ακόμη ένα ψάρι, δεν θα το πάρει αν δεν της το καμματιάσετε. Φαντάζεται, ότι δεν είναι αξία να το πάρει ακέραιον και υποθέτει, ότι προσπαθείτε να δοκιμάσετε την τιμιότητά της.

Αι βεβαιώσεις της κυρίας περί του αγαπητού της ζώου, ήσαν , πράγματι, καταπληκτικαί. ΄Εφθανε να υποθέσει κανείς ότι η τιμιότης έφυγεν από τους ανθρώπους και επήγε να κατοικήσει στις ψυχές των γάτων.

-Αλλά τέτοια γάτα, κυρία μου- της είπεν ένας από τους παρευρισκομένους, ευρισκόμενος επί κεφαλής μεγάλης επιχειρήσεως- θα ήτο ιδεώδης ταμίας για την επιχείρησί μου. Και είναι κρίμα , ότι διαχειρίζεται μόνον ψάρια στο σπίτι σας. Αυτή θα έπρεπε να διαχειρίζεται εκατομμύρια.

Φαίνεται όμως ότι η Λουλού δεν ήτο το μοναδικόν παράδειγμα τετραπόδου τιμιότητος. ΄Αλλοι από τους παρισταμένους  έσπευσαν ν΄αναφέρουν ανάλογα παραδείγματα τιμιότητος γάτων, σκύλων , γαϊδάρων και άλλων τετραπόδων, συγκινητικά πράγματι. Διεπιστώθη δε, ότι, όπως υπάρχουν ζώα αρπακτικά, υπάρχουν και ζώα τίμια, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα εις πολλούς ανθρώπους, ενώ τόσον ολίγοι άνθρωποι μπορούν να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα αρετής για τα ζώα.


Χθες επληροφορήθημεν, ότι η ενάρετη Λουλού έτεκεν αισίως εις μίαν κλινικήν ζώων, όπου εφρόντισε να την εισαγάγει για τον τοκετόν της, η καλή κυρία. Η συγκινητική μέριμνα της καλής κυρίας διά την καλλιέργειαν μιάς γενεάς τιμίων γάτων είναι απολύτως δικαιολογημένη. Το είδος κατήντησε τόσον σπάνιον μεταξύ των ανθρώπων.

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Ο ΚΟΤΣΥΦΑΣ






Και με το λιοβασίλεμα δεν παύει να πετά,
Απ΄της αντέννας το δοκό λαλεί τραγούδι φλογερό.
Στων εργοστάσιων την καπνιά, στο θόρυβο της πόλης,
Παραδομένος σ΄εκσταση ψάλλει λειτουργικά.

Αφήνει τη ματιά του μακρυά ως πέρα στα προάστια
Σα σε ψηλό το πιο ψηλό δάσος νάχει κουρνιάσει.
Κ΄είναι με το τραγούδι του συχώρεση και καρτερία
Στης ταραγμένης πόλης τα λάθη να χαρίζει.

΄Ερημο, σκεφτικό πουλί, πουλί της νοημοσύνης,
Από κοντά παρατηρώ το ράμφος σου, την άκρη του βλεφάρου.
Περνάς όλη μέρα ψάχνοντας τα φύλλα τα ξερά,
Μα μόλις πέσει η νύχτα, ώ νοσταλγέ, τραγούδι αρχινάς.

Στροφή με τη στροφή, τόσο ωραίες πάντα,
Ως κύματα που έρχονται από ουράνια ύψη
Και κάθε ζύγισμά του αισθητικό, καθάριο,
Σαν σε πολύ παλιούς καιρούς μες σε πανάρχαια δάση.

Κι όταν στη νύχτα χάνεται η γύμνια της ημέρας,
Για ποιούς κόσμους ξέμακρους μιλούν αυτά σου τα τραγούδια,
Τέλειο πουλί, χαρά της δημιουργίας,
Σε σκέψη με βυθίζεις και σιωπηρά ονειροπολείς.

Στο παραθύρι κάθομαι άπνοος μη σε ταράξω,
Άχ, να μπορούσαν οι άνθρωποι μαζί μου να σε νιώσουν,
Εκείνοι όσοι, πουλί μου, τώρα πολεμούν
Θα σκέφτονταν όπως εμείς μονάχα την ειρήνη.

 ONDRA LYSOHORSKY

18/2/1961 μετάφραση ΑΓΝΗ ΣΩΤΗΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ_ ΣΧΟΙΝΑ

Tα σκυλιά των καραβιών






Υπάρχουν κάτι σκυλιά που οι ναυτικοί τα παίρνουνε μικρά, κουτάβια,
και τα μεγαλώνουνε μέσα στα καράβια
να τά’χουν την ώρα της βάρδιάς τους ή της ανάπαυσης να κουβεντιάζουνε μαζί τους,
την παλαιά πιστότητα της φιλίας να θυμούνται.
Κι έκείνα τρέχουν από τη μιάν άκρη του καταστρώματος ως την άλλην.
Πότε την ουρά τους κουνούν, πότε κουβαριάζονται τις ώρες της θαλασσοταραχής
κι ακούνε έχοντας τα μάτια τους μισόκλειστα με την όρθια την ακοή τους
το πανδαιμόνιο των ψηλών κυμάτων , το σκαμπανέβασμα του πλοίου
συνηθισμένα στο θόρυβο της μηχανής, στην ακινησία της γαλανής γαλήνης.
( Στα βουερά τα πέλαγα το μέτρο της σιωπής συνέχεια σπουδάζουν).

Υπάρχουν τα σκυλιά των καραβιών που νοσταλγούν την πατρίδα τους,
το χώμα, την πράσινη στερεότητα στις πλαγιές τις βουνίσιες όπου σε  νυχτοβίγλες
τ΄άλλα τ΄ αδέλφια τους γυμνάζουνε στο πέρασμα των αγριμιών την όσφρησή τους,
καλοί φύλακες των προβάτων. Αλλά κάποτε όταν αράζουν σε λιμάνια
τα σκυλιά των καραβιών που έχουν ξεχάσει να γαυγίζουν, ξαφνικά
στο έναστρο μεσονύκτιο μέσα στη σιγαλιά της γης σα να φέρνουν κληρονομικά
στη μνήμη τους τρεχάμενα νερά, ποτάμια, βρύσες, κύμανση  χλόης,
για λίγη βεβαιότητα στεριάς με υλακές γυμνές, διακριτικές, έρημες από κάθε απόκριση
και γι΄αυτό μέσα στη φανερή τους ματαιότητα τόσον ανυπεράσπιστες,
τόσο πολύ παραπονεμένες

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ 1968


Ο Σαράντος Παυλέας γεννήθηκε στην Πλάτσα της μεσσηνιακής Μάνης τον Απρίλιο του 1917. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής φιλόλογος. Έκανε σπουδές Φιλολογίας και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1945 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης στο Αμύνταιο, στη Θεσσαλονίκη και στην Ξάνθη κι έγινε γυμνασιάρχης.
Το 1939 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Αποδημίες». Του έχουν απονεμηθεί το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1979, το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1983 και το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Ουράνη το 1991 (για τις ποιητικές συλλογές «Φορητός Καθρέπτης» και «Ελεγεία για της Ρωξάνης Παυλέα την τολμηρή της αναχώρηση»). Ήταν μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών. Επίσης, μέλος της κριτικής επιτροπής των βραβείων του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά.Πέθανε το 2005.

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Charles Burton Barber (1845-1894)


Charles Burton Barber (1845-1894), Άγγλος ζωγράφος ,
ένας από τους καλύτερους παιδιώνμε τα κατοικίδιά τους.Κέρδισε την εμπιστοσύνη του βασιλικού οίκου και έφτιαξε πορτραίτα της βασίλισσας Βικτώρια με τα εγγόνια και ζώα της
καθώς και του πρίγκιπα της Ουαλίας.
Μια σειρά έργων του περιλαμβάνονται στη Βασιλική Συλλογή. Είχε εκθέσει στην Βασιλική Ακαδημία από το 1866 έως το 1893.Το 1883 εξελέγη μέλος του Βασιλικού Ινστιτούτου ζωγράφων


















































































Το δώρο της Πίπση.

φωτό από cosmopolitan.gr


Πρέπει τώρα να σας πω την ιστορία μιας γάτας. Δεν ήταν όμορφη, ούτε χαδιάρα. Ήταν ίσως η πιο άσκημη και άκομψη γάτα που έχω γνωρίσει. Μονοκόμματη και τραχιά σαν μπουλντόγκ. Δεν ήταν καν δική μου. Όμως μου έκανε ένα θαυμάσιο Χριστουγεννιάτικο δώρο. Ζούσα τότε σε προάστιο της Αθήνας. Το σπίτι, μονοκατοικία παλιά και άβολη, ήταν απομονωμένο σε ένα ύψωμα. Πίσω του το δάσος. (Τώρα έχει γίνει πολυκατοικίες!) Το παλιό κτίσμα είχε μείνει καιρό ακατοίκητο. Ανήκε σε ένα γέροντα γιατρό, που ζούσε εκεί ολομόναχος. Είχε πεθάνει πάνω από ένα χρόνο. Πέρασε και άλλος καιρός μέχρι να συμφωνήσω με τους κληρονόμους για την ενοικίαση και να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές. Για αρκετούς μήνες, αφού μετακόμισα, έβλεπα μία γριά και άσκημη γάτα που τριγύριζε συστηματικά το σπίτι. Βέβαια γάτες εκεί υπήρχαν πολλές - και οι δικές μου και οι τακτικές επισκέπτριες και οι περαστικές. Όμως αυτή ήταν αλλιώτικη. Ούτε πλησίαζε πολύ ούτε απομακρυνόταν. Βρισκόταν πάντα σε ίδια απόσταση από το σπίτι, σαν να ήταν δεμένη με ένα αόρατο σκοινί. Στηνόταν απέναντι και κοιτούσε συνεχώς τα παράθυρα, με μάτια κουρασμένα, κοκκινισμένα ενώ έβγαζε ένα χαμηλόφωνο μακρόσυρτο ήχο - κάτι ανάμεσα ουρλιαχτό και παράπονο. Φερόταν σαν άγρια γάτα - αλλά δεν έμοιαζε άγρια. Όταν στηνότανε απέναντι στο παράθυρο της άνοιγα να μπει αλλά αυτή στεκόταν εκεί στην ίδια πάντα απόσταση. Αν πλησίαζα, οπισθοχωρούσε, χωρίς να τρομάζει και να εξαφανίζεται. Έτρωγε το φαγητό που της έδινα, με τον όρο ότι πάντα θα σεβόμουνα την προκαθορισμένη απόσταση. Αν στεκόμουν κοντά στο πιάτο, προτιμούσε να μείνει νηστική. Το αίνιγμα λύθηκε όταν μίλησα με την κόρη του παλιού ιδιοκτήτη. 'Ηταν η γάτα του! Η μοναδική του συντροφιά! Την έλεγαν Πίπση κι ο γέροντας την υπεραγαπούσε. Μόνο που την είχε τόσα χρόνια, που κανείς δεν φανταζόταν ότι ζούσε ακόμα. Πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνων - υπέργρια. Όταν πέθανε ο γιατρός, δεν την βρήκαν στο σπίτι. Το κλείδωσαν - κι ούτε που την σκέφτηκαν. Κι εκείνη, πήρε τα βουνά και έγινε άγρια. Δηλαδή, το σπίτι που έμενα ήταν το δικό της! Έκανα ότι μπορούσα να την πείσω να επιστρέψει - μάταια. Δεν εμπιστευόταν κανένα. Η χαϊδεμένη και καλομαθημένη, που γριά βρέθηκε στο δρόμο, επέζησε - αλλά δεν πίστευε πια σε τίποτα. Μέχρι που ήρθαν Χριστούγεννα, παραμονές και ξαφνικά ακούω ένα άλλο νιάου και βλέπω την Πίπση με την μύτη κολλημένη στο τζάμι. Ανοίγω το παράθυρο και - δεν πιστεύω τα μάτια μου - μπαίνει στο σπίτι. Πρώτη φορά μπαίνει στο σπίτι, μυρίζει δεξιά-αριστερά με μεγάλη προσοχή, ψάχνει - και τελικά έρχεται εκεί που καθόμουνα, νιαουρίζει παρακλητικά και πηδάει στην αγκαλιά μου. Η Πίπση - που τηρούσε πάντα την απόσταση ασφαλείας, τα τρία μέτρα! Είχε έρθει για να γεννήσει. Μέσα στην αγκαλιά μου πάλευε τρεις ώρες και έκανε τέσσερα μικρά γούνινα. Κάθισε δύο μήνες στο σπίτι, τα μεγάλωσε, τα ανάθρεψε - και μία μέρα τα πήρε και εξαφανίστηκαν. Δεν την ξαναείδαμε ποτέ. Ούτε αυτά. Δεν τα πήρε όλα όμως. Έμεινε ένα, το γλυκύτερο, που αργότερα έγινε η γάτα της ζωής μου. Το καλλίτερο Χριστουγεννιάτικο Δώρο.



Νίκος Δήμου

Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟ



Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ’ ἄφαντο πουλάκι, σταυραϊτέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μὲς στὰ σύγνεφα πετᾶς, μὲς στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις·
φωλιάζεις μὲς στὰ κράκουρα, σχυνομιλᾶς μὲ τ’ ἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τ’ ἄγρια ἀστραποπέλεκα καὶ βασιλιάν σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη
κι ἀπ’ ἄφαντο κι ἀπ’ ἄπλερο πουλάκι, σταυραϊτέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει·
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀϊτός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ βαθιὰ μὲς στ’ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει τὴ νιότη.
Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ’ ἀψήλου ν’ ἀνεβῶ· ν’ ἀράξω θέλω, ἀϊτέ μου,
μὲς στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
θέλω ν’ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ’ ἐσένα.
Θέλω τ’ ἀνήμερο καπρί, τ’ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερινή μου κι ἀκριβῆ νὰ τὰ ’χω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ’ ἀγέρι
νὰ ’ρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι,
νὰ μοῦ χαϊδεύη τὰ μαλλιὰ καὶ τ’ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες,
νὰ μοῦ προσφέρουν γιατρικὸ τ’ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαηδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νὰ ’χω στρῶμα μου, νὰ ’χω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμῶ τὰ χιόνια.
Κλωνάρια ἀπ’ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν’ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.

Ἀπὸ ἡμερόδεντρον, ἀϊτέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ’ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν’ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν’ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν’ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια.
Καὶ τυραννιέμαι καὶ πονῶ καὶ σβηέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλῶ σε, σταυραϊτέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δώσ’ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε μὲ μαζί σου,
πάρε μὲ ἀπάνω στὰ βουνά, τί θὰ μὲ φάει ὁ κάμπος!

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Οι τετράποδοι ήρωες του διαστήματος



(Τζόναθαν Καμπιόν)
Εδώ και πολλές δεκαετίες, τα ζώα καταβάλλουν το δικό τους τίμημα στο βωμό της εξερεύνησης του διαστήματος. Είτε ταξιδεύουν ως προπομποί επανδρωμένων πτήσεων, είτε παραμένουν για πολύ καιρό στο διάστημα, τελικά δεν έχουν όλα ένα ευτυχισμένο τέλος.



Σκύλοι - αστροναύτες. Από τα αριστερά προς τα δεξιά: Μπέλκα, Ζβιόζντοτσκα, Τσερνούσκα και Στρέλκα.


Πέντε σαύρες, ανάμεσα σε άλλα ζώα που είχαν σταλεί μόνα τους στο διάστηματον περασμένο Ιούνιο, δεν επέστρεψαν ζωντανές πίσω στη Γη. Θα ενταχθούν κι αυτές στη λίστα των ζώων, που θα θυμόμαστε πάντα με στοργή, γιατί θυσιάστηκαν για να κατανοήσουμε το Σύμπαν.

Η αποστολή των ζώων στο διάστημα με την κάψουλα Photon-M4 πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο στο πλαίσιο επιστημονικού πειράματος, που είχε ως στόχο να διαπιστωθούν οι συνέπειες για τους ζωντανούς οργανισμούς από την έλλειψη βαρύτητας. Τα ζώα είχαν επιλεγεί για τη συγκεκριμένη μελέτη από το Ινστιτούτο Βιοϊατρικής της Μόσχας, λόγω του ανθεκτικού μεταβολισμού τους (και των ποδιών τους που είναι κολλώδη) που θα τους επέτρεπαν να προσαρμοστούν στις ιδιαίτερες συνθήκες κατά τη διάρκεια του δίμηνου ταξιδιού τους. Αλλά η διαστημική κάψουλα επέστρεψε στη Γη χωρίς επιζώντες ή νέες γενιές επί του σκάφους.


Οι επιστήμονες θορυβήθηκαν τόσο πολύ από τους θανάτους που υποσχέθηκαν πως δεν θα ξαναστείλουν ποτέ σαύρες στο διάστημα, ενώ η διαστημική υπηρεσία της Ρωσίας Roscosmos συνέστησε επιτροπή έρευνας για τα αίτια του θανάτου των συμπαθών ζώων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, καταψύχθηκαν εξαιτίας τεχνικού προβλήματος στα συστήματα υποστήριξης της ζωής τους.

Αλλά, αυτόδεν ήταν το πρώτο ρωσικό διαστημικό πείραμα αναπαραγωγής ζώων. Πάνω από μια δεκαετία, ο διαστημικός σταθμός Μιρ εκπονούσε το πρόγραμμα «Πριρόντα» («Φύση»), και το 1990 γεννήθηκαν οι πρώτοι νεοσσοί ορτυκιών. Δεν μπορούσαν όμως να προσαρμοστούν στην έλλειψη βαρύτητας, οπότε σύντομα πέθαναν, και μόνον ένα ζευγάρι κατάφερε να επιστρέψει ζωντανό στη Γη.

Σκύλοι στο διάστημα

Τα περισσότερα ζώα που έχει στείλει η Ρωσία στο διάστημα-πριν από τις σαύρες- είναι τα συμπαθή τετράποδα, οι σκύλοι. Ποντίκια, αρουραίοι και ινδικά χοιρίδια ήταν χρήσιμα μόνο για πειράματα σε εργαστήρια, ενώ οι πίθηκοι, παρά τη βιολογική ομοιότητά τους με τον άνθρωπο, προσαρμόζονται πολύ αργάσε νέες συνθήκες. Η Αμερική έστειλε με κάψουλες στο διάστημα πιθήκους υπό την επήρεια ναρκωτικών, αλλά οι Ρώσοι επιστήμονες υποστήριξαν πως κάτι τέτοιο υποβαθμίζει τα αποτελέσματα του πειράματος, καθώς η νάρκωση "σβήνει" τον εγκεφαλικό φλοιό.

Στις αποστολές των σοβιετικών διαστημικών προγραμμάτων χρησιμοποιούνταν αδέσποτα σκυλιά. Το 1960, δύο αδέσποτα ονόματι Μπέλκα και Στρέλκα, παρέμειναν μια μέρα στο διάστημα με τον Σπούτνικ 5. Ο Νικίτα Χρουστσόφ στη διάρκεια της «απόψυξης» του Ψυχρού Πολέμου χάρισε μάλιστα ένα από τα κουτάβια -την Στρέλκα- στην οικογένεια του Τζον Κένεντι. Πρόσφατα, επίσης, οι Μπέλκα και Στρέλκα ενέπνευσαν τη δημιουργία ταινίας κινουμένων σχεδίων για παιδιά.

Οι πρώτοι σκύλοι-αστροναύτες

Το ταξίδι των πιο γνωστών σκύλων-κοσμοναυτών, της Μπέλκα και της Στρέλκα, ολοκληρώθηκε με επιτυχία, αφού πέρασαν σχεδόν ένα 24ωρο σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας μέσα στο διαστημόπλοιο “Σπούτνικ-5”. Προτού πραγματοποιηθεί αυτή η πετυχημένη πτήση, είχαν χαθεί δεκαοκτώ άλλοι σκύλοι. Είχαν πεθάνει λόγω αποσυμπίεσης, βλάβης αλεξίπτωτου, ή προβλημάτων στο σύστημα υποστήριξης ζωής.

Ένα μήνα πριν από την πτήση του Γκαγκάριν είχε ξεκινήσει μια δοκιμαστική πτήση με την σκυλίτσα, Ζβιόζντοτσκα (Μικρή Αστέρω), μέσα σε διαστημική κάψουλα. Όταν προσγειώθηκε πίσω στη Γη σε ένα χωριό κοντά στο Περμ, η σκυλίτσα είχε εξαφανιστεί από την κάψουλά της. Η ομάδα αναζήτησης τη βρήκε τελικά στο σπίτι κάποιου ντόπιου που την είχε πάρει μαζί του για να την ταΐσει. Σήμερα, στην πόλη Ιζέβσκ υπάρχει ένα άγαλμα προς τιμήν της. Ωστόσο, δεν είχαν ευτυχισμένο τέλος όλοι οι σκύλοι που ταξίδεψαν στο διάστημα.

Το 1951 η Σοβιετική Ένωση έστειλε τα πρώτα σκυλιά στο διάστημα από την εξέδρα εκτόξευσης Καπούστιν Γιαρ. Ο πύραυλος Р-1B, που μετέφερε τους Ντέζικ και Τσιγκάν, πέταξε στα 88 χιλιόμετρα και στη συνέχεια, το μπροστινό τμήμα της κάψουλας διαχωρίστηκε από το πίσω μέρος, ενόσω τα σκυλιά ήταν μέσα, και με τη βοήθεια αλεξίπτωτου η κάψουλα προσεδαφίστηκε κοντά στο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει. Οι Ντέζικ και Τσιγκάν ήταν ζωντανοί και σε καλή κατάσταση.

Μια εβδομάδα αργότερα πραγματοποιήθηκε νέα πτήση με τον Ντεζίκ να έχει νέα παρέα την σκυλίτσα, Λίζα. Αυτή τη φορά όμως το αλεξίπτωτο της κάψουλας δεν άνοιξε και τα δύο σκυλιά πέθαναν. Αμέσως μετά την τραγωδία, τον Τσιγκάν που είχε επιβιώσει, από τον πρώτη πτήση τον υιοθέτησε ο επικεφαλής του προγράμματος, ο ακαδημαϊκός Μπλαγκονράβοφ και έκτοτε τα σκυλιά που γεννιόντουσαν στο διάστημα δίνονταν στους αξιωματούχους της ΕΣΣΔ ως μετάλλια για την εξαιρετική προσφορά τους.

«Η πιο άτυχη σκυλίτσα στον κόσμο»

Το 1957 συνέβη μια άλλη τραγωδία. Με αφορμή τα 40 χρόνια από τη σοβιετική επανάσταση αποφασίστηκε να εκτοξευθεί ένας δορυφόρος και να τεθεί σε τροχιά γύρω από τη Γη, με έναν ζωντανό πλάσμα επί του σκάφους. Μέχρι τότε οι σκύλοι επιβιβάζονταν σε διαστημικές κάψουλες μόνον για σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι φωτογράφοι μάλιστα πρότειναν να είναι λευκό σκυλί, γιατί «γράφει» καλύτερα στον φωτογραφικό φακό. Οι επιστήμονες είχανς τη διάθεσή τους μόνο τρεις κατάλληλες υποψηφίους: την Αλμπίνα, την Λάικα και την Μούχα. Η Αλμπίνα ήταν έγκυος και η Μούχα είχε ελαφρώς στραβά πόδια, που την έκαναν λιγότερο φωτογενή.



Πριν από την πτήση εισήγαγαν στο σώμα της Λάικα συσκευές για τη μέτρηση της αναπνοής και του σφυγμού της. Η πτήση ξεκίνησε στις 3 Νοεμβρίου, 1957 κι όταν ο δορυφόρος τέθηκε σε τροχιά μέσω ραδιοφωνικών σημάτων, επιβεβαιώθηκε ότι είχε φτάσει ζωντανή στο διάστημα. Στις 5 Νοεμβρίου, όμως, η New York Times την αποκαλούσε ως την «πιο μοναχική, άτυχη μαλλιαρή σκυλίτσα στον κόσμο, σε τροχιά χιλίων μιλίων πάνω από τη Γη».

Μόλις η Λάικα πέθανε, το Κρεμλίνο έλαβε επιστολές διαμαρτυρίας απότις ΗΠΑ και την Ευρώπη, για βάναυση μεταχείριση των ζώων, προτείνοντας την εκτόξευση στο διάστημα του σοβιετικού ηγέτη Νικήτα Χρουτσόφ, αντί των ζώων.

Τα πραγματικά αίτια του θανάτου της Λάικα αποκαλύφθηκαν 45 χρόνια μετά. Σε ένα συνέδριο στο Χιούστον ο ερευνητής του Ινστιτούτου Βιοϊατρικής, Ντμίτρι Μαλασένκοφ, αποκάλυψε ότι είχε πεθάνει λίγες ώρες μετά την εκτόξευση από το άγχος και την υπερθέρμανση. Η ιστορία της Λάικα εξακολουθεί να συγκινεί ακόμη και σήμερα. Πολλοί δίνουν το όνομά της στα διαδικτυακά blog τους, ρώσοι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας θέλουν τη Λάικα να σώζεται από εξωγήινους, ενώ ροκ συγκροτήματα έχουν γράψει τραγούδια γι 'αυτήν.

Μέχρι την άνοιξη του 1961, η Σοβιετική Ένωση είχε εκτοξεύσει 29 διαστημικές κάψουλες που μετέφεραν 48 σκυλιά, εννέα εκ των οποίων ταξίδεψαν στο διάστημα. Πολλά συμμετείχαν σε επιτυχείς αποστολές, αλλά 12 από τα 48 δεν επέστρεψαν ζωντανά στη Γη.

ΠΗΓΗ:

ΤΟ ΚΑΜΗΛΙ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΚΕΦΑΛΙ

                                                              

Ο Αλής από μικρό παιδί δούλευε στα καραβάνια. Όταν άρχισε να καταλαβαίνει τη ζωή, οι ήχοι των κουδουνιών που έρχονταν απ’ τους προγόνους του, ζυμωμένοι στο αίμα του, ξυπνήσαν.
«Πάρε με με τις καμήλες, πατέρα!»
«Έλα! Από αύριο θα ’ρχεσαι με τις καμήλες».
Απ’ την άλλη μέρα καβαλικεύοντας τα πισινά του γαϊδαριού, ο μικρός Αλής άρχισε να πορεύεται το δρόμο της Ανατολής. Δεν ήταν δικές του οι καμήλες. Ποτές ο πατέρας του δεν είχε δικές του καμήλες. Δούλευε για άλλον αφέντη. Και σαν πέθανε, δεν άφησε στο γιο του τίποτα, πάρεξ το δεσμό με τους ήχους.
Ο Αλής δεν πρόκοψε πιο πολύ απ’ τον πατέρα του. Σα μεγάλωσε, άρχισε κι αυτός να δουλεύει σε ξένες καμήλες. Μα όταν ήρθε ο καιρός που οι άνθρωποι παντρεύονται, μπόρεσε να βρει και να πάρει δική του μια γυναίκα.
Την άλλη μέρα που παντρευτήκαν, όταν Αλής ξεκινούσε με το καραβάνι του, η γυναίκα του βγήκε απ’ το καλύβι τους να τον ξεπροβοδίσει και του είπε:
«Σ’ εννιά μήνες θα ’χουμε παιδί. Κοίταξε να κάμεις δικές σου καμήλες, γιατί θα ’χουμε να θρέψουμε ένα στόμα ακόμα».
Ο Αλής αυτά ακούγοντας έγινε σοβαρός κι άρχισε να κάνει οικονομίες. Ταξιδεύοντας στο δρόμο της Ανατολής έτρωγε σκέτο ψωμί, δεν ξενυχτούσε σε χάνια. Έβαλε έτσι λίγα γρόσα στην άκρη.
Όμως σαν ήρθαν οι εννιά μήνες, παιδί δεν τους ήρθε.
«Καλά. Θα ’χουμε τον άλλο χρόνο», είπε η γυναίκα. «Εσύ να κάμεις τις οικονομίες σου».
Αυτό βάσταξε πολλά χρόνια. Ο Αλής έκανε τις οικονομίες του, κ’ η γυναίκα του δεν του έκανε παιδιά, επειδή ήταν στείρα. Όταν τέλος βεβαιωθήκανε πως δε θα τους έρθει παιδί, γυναίκα είπε:
«Για μέτρησε, Αλή, το θησαυρό που μάζεψες ίσαμε τώρα. Μπορούμε ν’ αγοράσουμε μια δική μας καμήλα για τα γεράματά μας;»
Ο Αλής ξαγρύπνησε κείνο το βράδυ, και σαν έβγαινε ο ήλιος είχε μετρήσει το θησαυρό του. Όχι, δεν έφτανε για ν’ αγοράσουν μια καμήλα. Μισή καμήλα μονάχα θα μπορούσαν ν’ αγοράσουν.
Τότες καθίσανε, ο Αλής κ’ η γυναίκα του, άλλη μια νύχτα και ξαγρύπνησαν, μπας και βρούνε με τι τρόπο ν’ αγοράσουνε μισή καμήλα. Όταν βγήκε πάλι ο ήλιος, το είχαν βρει κ’ είχαν συμφωνήσει τι να κάμουν.
Ζούσε κείνον τον καιρό κ’ ένας άλλος, δεύτερος Αλής, πατριώτης τους, που δούλευε σε ξένα καραβάνια στα μέρη του Καζ-Νταγ, πολύ μακριά απ’ την πατρίδα τους. Πολύ σπάνια αυτός ο άλλος Αλής ερχόταν στο φαράγγι των τσιτμήδων, σαν τύχαινε η δουλειά να τον φέρει κατά τα μέρη εκείνα. Αυτές τις μέρες βρισκόταν στο χωριό.
Πάει ο πρώτος Αλής και τον βρίσκει.
«Αλή», του λέει. «Τόσα χρόνια δουλεύεις κ’ εσύ σε ξένα καραβάνια, και δική σου μήτε μια καμήλα δεν απόταξες. Δε θα το ’θελες να είχες;»
Ο δεύτερος Αλής αποκρίνεται:
«Θα το ’θελα πολύ. Μα δεν έχω τον πλούτο που χρειάζεται να πάρω μια δική μου καμήλα».
Ο πρώτος Αλής:
«Ξέρεις πόσον πλούτο έχεις;»
«Ξέρω».
«Για πόσο φτάνεις;»
«Φτάνει για μισή καμήλα».
«Κ’ εγώ έχω πλούτο για μισή καμήλα. Δε βάζουμε μαζί τα γρόσα μας ν’ αγοράσουμε μια καμήλα συντροφική;»
Μιλήσανε πολύ και συμφωνήσαν. Αγοράσανε μια καμήλα και τη βάλανε να δουλεύει με το καραβάνι του Αλή. Ο δεύτερος Αλής έφυγε ύστερα για τα μέρη του Καζ-Νταγ. Κάθε φορά που θα γύριζε, θα κάνανε λογαριασμό το τι έβγαλε η καμήλα με τη δουλειά της και θα μοιράζονταν τα κέρδη.
Ο Αλής, τότε, κρέμασε ένα καινούργιο κουδούνι στο λαιμό της καμήλας τους, την έδεσε πρώτη στη σειρά πίσω απ’ το γαϊδούρι του και βγήκε στο μεγάλο δρόμο με το καραβάνι του. Ήταν πολύ περήφανος και πολύ σίγουρος για το μέλλον του κόσμου, και κάθε τόσο γύριζε πίσω να βεβαιωθεί πως η καμήλα του τον ακολουθά, πως υπάρχει.
Έτσι πέρασε ένας χρόνος, όταν κάτι σημαντικό έγινε. Η συντροφική καμήλα γέννησε ένα καμηλάκι. Ο Αλής πολλές φορές είδε τις ξένες καμήλες να γεννούν. Όμως τώρα με τη δική του ταράχτηκε πολύ.
«Για κοίτα!» είπε στη γυναίκα του. «Έχουμε τώρα και μωρό…»
Κοίταξαν. Και αυτό που είδαν τάραξε την καρδιά τους σα βίαιος άνεμος. Κάτι απίστευτο και μοναδικό ήταν στο μικρό καμηλάκι: το πετσί και οι τρίχες στο κεφάλι του δεν είχαν χρώμα καφετί, καθώς οι άλλες καμήλες. Ήταν άσπρες. Ήταν ένα καμηλάκι με άσπρο κεφάλι: το μοναδικό καμηλάκι με άσπρο κεφάλι που έγινε σ’ όλη την Ανατολή.
Το νέο πήρε κ’ έδωσε στο χωριό των τσιτμήδων, στα γειτονικά χωριά που ήταν μες στο φαράγγι, σ’ όλους όσοι ταξιδεύαν το μεγάλο δρόμο που πάει στα παράλια. Όλοι τρέχανε να δουν το θαυμαστό άσπρο καμήλι, κι όλοι μακάριζαν τον Αλή.
Κι ο Αλής πια ζούσε σε αληθινή ευτυχία. Αγάπησε πολύ το νέο ζο, όπως τίποτα άλλο δεν είχε αγαπήσει ίσαμε τότε στη γη. Το μεγάλωνε με στοργή και με τρυφερότητα, του έβγαζε ονόματα δανεισμένα απ’ τον ουρανό και τη φύση – ονόματα δέντρων και καρπών – του έδινε όχι μονάχα το χαμούρι που τρώνε οι άλλες καμήλες, του έδινε σταφύλια και ζάχαρη και άλλα πολλά.
Τέλος, αγόρασε ένα καινούργιο κουδούνι, το ’δεσε με χάντρες γαλάζιες και κόκκινες και το πέρασε στο λαιμό του μικρού ζου. Όταν κι αυτό έγινε, το πήρε μαζί του στο πρώτο ταξίδι του για τα παράλια. Το καμηλάκι πήγαινε πάντα πλάι στη μάνα του, κι ο Αλής όλο γύριζε και το κοίταζε. Όμως κουράστηκε να γυρίζει, δεν το είχε συνηθίσει. Ο μεγάλος ήλιος έκαιγε πολύ από πάνω του, ο Αλής έκλεισε τα μάτια. Ο δρόμος ήταν έρημος, τίποτα δεν ακουγόταν· γι’ αυτό μες στον παρθένο χώρο υψωνόταν καθαρά σαν προσευχή η νέα συμφωνία. Μες στους παλιούς γνώριμους ήχους, αυτούς τους πίσω ήχους που ακολούθησαν τον Αλή σ’ όλα τα χρόνια της ζωής του ως σήμερα, ανακατευόταν τώρα ο νέος ήχος, ανατάραζε την παλιά αρμονία, έσβηνε τους άλλους τόνους κ’ έμενε αυτός, ο νέος, μόνος. Τι καλά που ήταν! Τι καλά που είναι να πορεύεσαι στο δρόμο της Ανατολής και πίσω σου να μην είναι έρημος, να μην είναι μονάχα ξένες φωνές, να ’ναι και μια δική σου, να ’ναι όλα τα χρόνια που κουράστηκες και υπόφερες καμωμένα ήχος στο λαιμό ενός μικρού καμηλιού με άσπρο κεφάλι…
Ο Αλής ήταν ευτυχισμένος και γαλήνιος. Η ζωή είχε πια νόημα και σημασία.
Μα το νέο έφταξε ίσαμε τα μακρινά μέρη του Καζ-Νταγ, όπου δούλευε ο δεύτερος Αλής. Ξεκινά αυτός κ’ έρχεται στο χωριό των τσιτμήδων.
«Ώρα καλή, σύντροφε!» λέει στον Αλή. «Τι νέα;»
«Έχουμε καλά νέα, σύντροφε. Η καμήλα μας γέννησε, κ’ έχουμε τώρα κ’ ένα μικρό καμήλι».
«Για να το δω!»
Το είδε, αλλά έκανε πως δεν πρόσεξε καν το άσπρο κεφάλι.
Λέει ο Αλής του Καζ-Νταγ:
«Λοιπόν, σύντροφε! Τώρα που έχουμε δυο ζωντανά, θέλω να χωρίσουμε τη συντροφιά μας. Εσύ θα πάρεις το ένα, εγώ το άλλο. Όποιο θέλεις διάλεξε».
Ετούτος ο Αλής, με το να έχει ταξιδέψει σε μέρη μακρινά, είχε γίνει σοφός και πονηρός. Σκεφτόταν: «Ο σύντροφός μου θα κρατήσει τη μεγάλη καμήλα. Δε γίνεται! Από μισή που ήταν δική του, θα την ορίζει ολάκερη. Έτσι εγώ θα πάρω το καμήλι με το άσπρο κεφάλι, θα το ταξιδέψω στο Καζ-Νταγ και θα το πουλήσω, στο δρόμο, στους αρκουδιάρηδες που έχουνε μαϊμούδες κι αρκούδες και μαζεύουνε γρόσα απ’ τον κόσμο δείχνοντάς τες. Θα βγάλω έτσι πιο πολλά απ’ ό,τι κάνει μια μεγάλη καμήλα».
Ο πρώτος Αλής κάθισε πάλι όλη τη νύχτα με τη γυναίκα του και ξαγρυπνήσαν για να βρούνε το τι έπρεπε να κάμουνε.
Η γυναίκα έλεγε:
«Φως φανερό, Αλή! Πρέπει να κρατήσεις τη μεγάλη καμήλα. Πού να ξαναβρούμε τέτοια τύχη, να ’χουμε μια μεγάλη καμήλα δική μας!»
Ο Αλής υπόφερνε, δεν μπορούσε να το φανταστεί πως θ’ αποχωριζόταν το καμήλι με το άσπρο κεφάλι.
«Μπας και δε θα μεγαλώσει κι αυτό;» έλεγε. «Ας το κρατήσουμε, να το μεγαλώσουμε!»
«Τι μου λες να το κρατήσουμε!» φώναζε η γυναίκα του. «Και στο μεταξύ τι θα μας δίνει; Κι αν στο μεταξύ ψοφήσει;»
Τέλος ο πραχτικός νους της γυναίκας στάθηκε πιο δυνατός απ’ την τρυφερότητα του Αλή, πιο δυνατός απ’ την αδύναμη θέλησή του.
Τ’ άλλο πρωί, με μάτια θολά απ’ την αγρύπνια και την πίκρα, ο Αλής αποχαιρέτησε το καμήλι με το άσπρο κεφάλι. Στάθηκε ολόρθος και κοίταζε το όραμα που έφευγε με πηδηχτό βάδισμα ζαρκαδιού ίσαμε που χάθηκε απ’ τα μάτια του. Τότε ο Αλής κατάλαβε σαν κάτι να του τραβούν απ’ την καρδιά του, κι όλα γύρω του να ’ναι έρημα, επειδή πια δεν θα ’χε σύντροφο του μεγάλου δρόμου, επειδή η τρυφερότητα που ήρθε τόσο αργά κ’ έπρεπε να ξοδευτεί πια δε θα είχε τρόπο.
Έγινε βαρύς κι αμίλητος. Δεν είχε όρεξη να φάει κι αδυνάτιζε κάθε μέρα. Πίσω του, ενώ όδευε με το καραβάνι του, πάντα τον ακολουθούσαν οι ήχοι. Μες στους ήχους ήταν και η δική του καμήλα, που τώρα ήταν ολότελα δική του. Μα για τον Αλή οι φωνές είχαν σωπάσει, οι ήχοι δε μιλούσαν πια. Γιατί στον τόπο τους είχε μπει τώρα άλλη φωνή πιο δυνατή, αυτή που θα ’ρθει σε κάθε άνθρωπο, μια φορά μονάχα και ποτέ άλλη, κ’ ύστερα ο άνθρωπος θα την κυνηγά σα σκιά που φεύγει, πάντα φεύγει.



Κι ο Αλής παράτησε τη γυναίκα του στο φαράγγι των τσιτμήδων, παράτησε τις ξένες καμήλες, γιατί πια είχε γίνει κακός καμηλιέρης και τον διώξανε, πήρε τη δική του καμήλα και τράβηξε στα μέρη του Καζ-Νταγ.
Βρίσκει τον παλιό του σύντροφο και του λέει:
«Πάρε την καμήλα μου. Πάρε και το γαϊδούρι μου. Πάρε και το καλύβι που έχω στο φαράγγι. Πάρε ό,τι έχω. Μα δώσ’ μου πίσω το καμήλι με το άσπρο κεφάλι…»
«Δεν το έχω πια, Αλή», του αποκρίνεται ο σύντροφός του. «Το πούλησα στο δρόμο».
Ο Αλής από τότε όλο γυρίζει. Μόλις ξημερώσει μπαίνει στο μεγάλο δρόμο, και κοιμάται όπου βραδιαστεί. Το γαϊδουράκι του πορεύεται υπομονετικά, και πίσω του δεμένη, έρημη και μόνη, ακολουθά η καμήλα του, ταράζοντας με τον ήχο του κουδουνιού της τη ζεστή σιωπή της γης. Οι άνθρωποι τον περιγελούνε και τον πειράζουνε. Οι πιο συμπονετικοί του λένε πως είναι τρέλα, πως είναι μάταιο να γυρίζει. Τον συμβουλεύουνε να πάει πίσω στο φαράγγι και στο καραβάνι του. Όμως ο Αλής δεν τους ακούει. Επειδή δεν μπορεί να το πιστέψει, επειδή δε θέλει να το πιστέψει πως το καμήλι με το άσπρο κεφάλι χάθηκε, πως πια δε θα υπάρξει στη ζωή του.


 Από το βιβλίο του Ηλία Βενέζη
«Αιολική γη»